Youropia Flag

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ 2007… (Ι)


Ας μιλήσουμε για φιλμ… αυτό είναι το πρώτο post που υπογράφω κι ενώ διανύουμε άλλη μία στείρα κινηματογραφική χρονιά – απ’ τις πολλές των τελευταίων ετών – θα ‘θελα μέσω αυτού, να θυμηθούμε μία από τις καλύτερες κινηματογραφικές σεζόν που έχουμε δει και ζήσει εδώ και πολλά χρόνια.


Τυχεροί και τυχερές, λοιπόν εμείς που είδαμε τις εν λόγω ταινίες, την στιγμή που προβληθήκαν, κι αυτό επειδή τρεις τουλάχιστον από αυτές, θεωρώ πως ανήκουν στην κατηγορία του αριστουργήματος και τέλος, επειδή ανήκουν στις τελευταίες, ίσως, μεγάλες και σκεπτόμενες στουντιακές παραγωγές του αμερικανικού κινηματογράφου ως σήμερα.
Η λίστα περιλαμβάνει ταινίες όλων των ειδών, κάτι ακόμη πιο αξιοπερίεργο, αν λάβουμε υπ’ όψιν, πως πριν το 2007 και μετά το 2008, λίγες ως ελάχιστες είναι οι ταινίες που έμειναν στις συνειδήσεις μας, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, βέβαια – ακόμη και κωμωδίες!
Ας μου επιτραπεί να ξεκινήσω με τις φούσκες εκείνης της σεζόν, εννοώντας τις τρανταχτές. Τις ταινίες εκείνες, δηλαδή, που τις υπέγραψαν σκηνοθέτες εγνωσμένης αξίας – ως και τεράστιας θα τολμούσα να πω – και οι οποίες δεν εκπλήρωσαν ούτε στο ελάχιστο τις προσδοκίες που μας είχαν δημιουργήσει όταν μαθαίναμε τα πρώτα νέα σχετικά με την θεματική, τους συντελεστές, το cast, αλλά και παρακολουθώντας τα πρώτα trailer.

Πρώτη και καλύτερη, το Youth Without Youth, του Coppola. Αν λάβουμε υπόψη πως αναφερόμαστε σ’ έναν από τους μεγαλύτερους εν ζωή σκηνοθέτες κι από το γεγονός πως αυτά που είχαν βγει προς τα έξω, φαινόταν λογικό να μιλάμε για μια ολοκληρωμένη κινηματογραφική εμπειρία και ανάσταση του πολυαγαπημένου σκηνοθέτη. Η φθίνουσα πορεία όμως του Coppola κατά τα τελευταία… 17 χρόνια, άφησε ξανά το στίγμα της και στο συγκεκριμένο φιλμ, που αν εξαιρέσει κανείς την εναρκτήρια σεκάνς, χάρισε στο κοινό ατελείωτα χασμουρητά και την απορία για το πώς ένα τόσο μεγαλεπήβολο έργο στο οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ, ακούγονται έντεκα(!) διαφορετικές γλώσσες, μπορεί και βρήκε τόσους ανυποψίαστους ευρωπαίους συμπαραγωγούς. Για την ιστορία, όμως, η επόμενη ταινία του Coppola, το περσινό Tetro, άφησε καλές εντυπώσεις, κάτι που ίσως αποδείξει στο μέλλον πως το άλλοτε «τρομερό παιδί» του παγκόσμιου κινηματογράφου – με όλη την σημασία του όρου – ίσως επανέλθει τελικά ή μάλλον καλύτερα, συνέλθει, ξαναβρίσκοντας την γλώσσα και τον τσαμπουκά που τον ανέδειξαν και τον καθιέρωσαν στο πάνθεον της έβδομης τέχνης.  
Δεύτερη φούσκα, όχι όμως και μικρότερης σημασίας, αφού το όνομα του σκηνοθέτη και η σημασία του για μια ολόκληρη γενιά, καθιστούσαν την εν λόγω ταινία ανάμεσα στις πλέον αναμενόμενες εκείνης της χρονιάς, το Zodiac του Fincher. Ενδιαφέρον που εξαντλείται στην υπέροχη φωτογραφία του Harris Savvides, αφού όσο τα λεπτά περνούν, η επαναλαμβανόμενη πλοκή αρχίζει να εκνευρίζει. Εντύπωση πάντως προκαλεί το γεγονός πως η ταινία έχει αποκτήσει πολλούς σκληροπυρηνικούς φαν, ανάμεσα τους και μη εξοικειωμένους με την υπόλοιπη δουλειά του σκηνοθέτη, σε σημείο που να βρίσκεται στο Νο4 της σχετικής λίστα των συντακτών τέως μηνιαίου περιοδικού για τον κινηματογράφο, με τις 100 καλύτερες ταινίες της δεκαετίας!). Για να μην επεκταθώ περισσότερο, θεωρώ όχι μόνο την ταινία, αλλά και τον ίδιο τον σκηνοθέτη, προϊόν της αμερικανικής βιομηχανίας ∙ έναν άνθρωπο που όπως φάνηκε με την πρώτη του ταινία, Se7en, είχε να δώσει πολλά, ο οποίος όμως κατάφερε έκτοτε να δημιουργήσει ένα σύνολο ταινιών που καμία σχέση δεν είχε με την πρώτη, με μοναδική εξαίρεση το κατά πολλούς αρτιότερο του δημιούργημα και σύμβολο των 90’s, Fight Club. Μια φούσκα που μεγαλώνει ταινία με την ταινία, όπως φάνηκε από τα αδιάφορα The Game και Panic Room, το μεγαλεπήβολο αλλά ψυχρό στην εκτέλεση The Curious Case of Benjamin Button αλλά και το τελευταίο, επίσης αδιάφορο, τηλεοπτικό The Social Network. Για να ‘μαι απόλυτα ειλικρινής, θεωρώ πως έχει αρκετό ενδιαφέρον σαν σκηνοθέτης, καθώς έχει δώσει δείγματα, αλλά οι πιο πολλές από τις προαναφερθείσες δουλειές του, μοιάζουν περισσότερο με ανάθεση παρά για προσωπικές δημιουργίες.   
   
    Αυτές ήταν και οι δύο τρανταχτότερες φούσκες εκείνης της σεζόν. Υπάρχουν κι άλλες, μικρότερης σημασίας, ίσως λόγω του ονόματος του σκηνοθέτη, οπότε θα αναφερθώ απλώς σε μερικές:

Love in the Times of Cholera. Αν δεν ζούσε Marquez, τα κόκκαλα του θα έτριζαν. Τώρα, μπορεί να του το σφύριξε κάποιος και να την γλίτωσε. Το σπουδαίο ανάγνωσμα εκατομμυρίων αναγνωστών – ανάμεσα τους κι ο υποφαινόμενος – καταστρέφεται στα χέρια του κατά τα άλλα συμπαθούς βρετανού Mike Newell (Four Weddings and A Funeral, Donnie Brasco).

Across The Universe. Έξυπνο και πιασάρικο, για την μη εξοικειωμένη με το σύνολο του έργου ενός εκ των μεγαλύτερων γκρουπ όλων των εποχών νέα γενιά, και μόνον αυτό… είχαμε καλομάθει, δυστυχώς, σε ενδιαφέρουσες απόψεις από την Julie Taymor (Titus, Frida) και μας ξένισε η γεμάτη κλισέ προσέγγιση της, πάνω στον πολυτραγουδισμένο με κομμάτια των Beatles, νεανικό έρωτα.   

The Mist. Διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Stephen King κι όχι remake της Ομίχλης (The Fog), του master Carpenter. Ο Darabont, άριστος γνώστης της ψυχολογίας των κειμένων του King, καθώς έχει μεταφέρει με επιτυχία έργα του στην μεγάλη οθόνη όπως τα, The Green Mile,The Shawshank Redemption (για την ιστορία, μόνιμος κάτοικος της κορυφής στην λίστα του IMDB), δεν καταφέρνει ωστόσο να διαχειριστεί σωστά το κυρίαρχο στοιχείο της πλοκής του, την ίδια την ομίχλη, καταλήγοντας έτσι να ηγηθεί μίας ανούσιας ταινίας τρόμου, στην οποία κυριαρχούν τα κλισέ παραμερίζοντας τα κοινωνικοπολιτικά νοήματα που είχε αναδείξει ο Carpenter.

Περισσότερα στο επόμενο post…

(Γίνονται δεκτά τα πάντα: σχόλια, αντιρρήσεις και ό, τι άλλο θεωρείτε εσείς πως αξίζει να συζητηθεί!!!)

Δημήτρης Παπαναστασίου - Youropia.gr







Αφήστε το σχόλιό σας

Το σχόλιό σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!
Μόλις ελεγχθεί από το διαχειριστή θα δημοσιευτεί.







Σχόλια


Δεν υπάρχουν σχόλια...