Youropia Flag

Με αφορμή το 2007 (ΙΙ)


Ξεκινώντας, λοιπόν, με τυχαία σειρά (αφήνοντας χώρο στις τρεις κορυφαίες για το τέλος), πάμε να δούμε τις ταινίες εκείνες που έμειναν στις συνειδήσεις, όχι μόνο λόγω των εμβληματικών τίτλων που έφεραν ή των βραβείων που απέσπασαν ή δεν απέσπασαν, αλλά και γιατί κέρδισαν το στοίχημα ρισκάροντας: άλλες βασισμένες σε διάσημα όσο και δύσκολα μυθιστορήματα, άλλες αφού καταπιάστηκαν με ένδοξους λαϊκούς θρύλους έχοντας στο τιμόνι «ξένο» σκηνοθέτη, άλλες για τον επικό τους χαρακτήρα, άλλες γιατί συνέπεσαν με αναμενόμενα comeback, άλλες γιατί έμπλεξαν βιογραφικά και φανταστικά στοιχεία αναφερόμενες σε σημαντικά για την παγκόσμια κουλτούρα πρόσωπα κι άλλες γιατί απλώς μας θύμισαν το πόσο λιτή κι ανθρώπινη, συνάμα, μπορεί να είναι η τέχνη του κινηματογράφου όταν πέσει στα κατάλληλα χέρια.



Before The Devil Knows You’re Dead. Το comeback του Sidney Lumet που υπέγραψε ταινία αντάξια του θρυλικού ονόματος του, μετά από 25 χρόνια (The Verdict). Με αρχική σκηνή που έχει μείνει ανεξίτηλη στις μνήμες των απανταχού αρσενικών, αλλά και με το πρωταγωνιστικό τρίο γενικότερα, να ξετυλίγει το ταλέντο του έχοντας ως οδηγό το σφιχτό και άμεσο σενάριο σε συνδυασμό με την μαεστρία του σκηνοθέτη, που από το 1957 ακόμη (12 Angry Men), κατάφερνε να αποσπά το μέγιστο από τους ηθοποιούς του, η τελευταία – ως σήμερα – δουλειά του Lumet μας θύμισε την ένδοξη δεκαετία του ’70, όταν ο εν λόγω κύριος υπέγραφε την μία μεγάλη ταινία μετά την άλλη, κατακτώντας την καθολική αναγνώριση ως ένας εκ των κορυφαίων δημιουργών της γενιάς του – και όχι μόνο.   


Atonement. Η δεύτερη ταινία του Joe Wright (Pride and Prejudice), είναι ένα δράμα εποχής στα πρότυπα του αριστουργηματικού Άγγλου Ασθενή (δίχως να φτάνει, βεβαίως, στην συναισθηματική πληρότητα μέσω της απώλειας του έρωτα, του έθνους και των ατομικών ιδανικών που μας προσέφερε ο μακαρίτης Minghella, ο οποίος παρεμπιπτόντως κρατά και ρόλο στο τέλος της ταινίας). Συνεχής ρυθμός που μεταβάλλεται, άλλοτε μες από την υπέροχη ερμηνεία της αποκαλυπτικής Saoirse Ronan στο πρώτο μισό της ταινίας, κι άλλοτε μέσω της φωτογραφίας και του sound design (ποιος θα ξεχάσει το εμβληματικό, αψεγάδιαστο μονοπλάνο, όπου μέσα σε 5 μόλις λεπτά, παρουσιάζονται με μαεστρία όλα τα δεινά του πολέμου;), το φιλμ κατόρθωσε να αγγίξει και τον πιο δύσπιστο θεατή, μες από το σοκαριστικό μονόλογο της παλαιμάχου, Vanessa Redgrave, στο φινάλε.


Se, Jie (Lust, Caution). Ο Ang Lee, βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του, μετά από το αριστουργηματικό Brokeback Mountain κι επόμενος σταθμός του ένα κοινωνικοπολιτικό-ερωτικό θρίλερ, στην υπό ιαπωνική κατοχή Κίνα κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Εκεί όπου το παιχνίδι της γάτας με του ποντικού μοιάζει παράλογο, αφού θύτης και θύμα είναι δύο έννοιες τόσο σχετικές, όσο και ταυτόσημες. Ενδιαφέρον φιλμ, κυρίως καλλιτεχνικά (το σενάριο πάσχει σε ορισμένα σημεία), όπου η βία στην ερωτική πράξη αποκτά χαρακτήρα ποιητικό, εξυψώνοντας τα ένστικτα σε επίπεδα σχεδόν μαζοχιστικά, τα οποία όμως γαληνεύουν κάθε φορά, δίνοντας στον έρωτα την θέση που του αναλογεί στις μοναχικές καρδιές των ηρώων. Εξαιρετικός, ως συνήθως, ο Tony Leung Chiu Wai, ενώ ντεμπούτο κάνει η τολμηρή Wei Tang. Συνεπέστατος ο Ang Lee, προσθέτει στην πλούσια – για όλα τα γούστα – φιλμογραφία του, ένα σκληρό μίνι έπος για την ίντριγκα, τον έρωτα και την μοναξιά.   


The Bourne Ultimatum. Τρίτο και τελευταίο μέρος της τριλογίας, που εισήγαγε έναν διαφορετικό, «ανθρώπινο» και συνάμα σκεπτόμενο action hero, στον 21ο αιώνα. Με τον Bond να ασθμαίνει… χωρίς ταυτότητα στα τελευταία μέρη της θρυλικής σειράς, έμοιαζε η κατάλληλη στιγμή για να συστηθεί στο ευρύ κοινό ένας άλλος, αντίστοιχου μεγέθους πράκτορας, με την διαφορά όμως πως αυτός θα είναι κοντά σ’ αυτό που θέλει να δει η νέα γενιά: με ψεγάδια, ανθρώπινες δυνατότητες και σκέψη, ο οποίος έχει ν’ αντιμετωπίσει ανθρώπινους αντιπάλους κι όχι κάποιον διαβολικό μεγιστάνα-γόνο στρατηγού της Β. Κορέας που έχει υποστεί πλαστική επέμβαση ώστε να μοιάζει σε άγγλο αριστοκράτη (!). Ο… νευρικός Paul Greengrass (Bloody Sunday, United 93) συναντά, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του, ένα επίσης νευρικό σενάριο, προσφέροντας μια πραγματικά ανεπανάληπτη εμπειρία στο κοινό. Ασύλληπτος ρυθμός και δαιδαλώδης πλοκή, που παρόλη την πυκνότητα της, δεν σε πετάει έξω στην παραμικρή αφηρημάδα (βλ. Inception – τηρουμένων των αναλογιών). Επίλογος για την τριλογία που ανέστησε το είδος του υπέρ-πράκτορα, ανοίγοντας τον δρόμο για τα επερχόμενα Casino Royale και Quantum of Solace.          


Cassandra’s Dream. Ο Woody Allen συνεχίζει να βυθίζεται στο πνεύμα και την ψυχοσύνθεση αρχετυπικών ντοστογιεφσκικών ηρώων, πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα αυτή την φορά, από το εμπνευσμένο Matchpoint (ήρωες μπερδεμένοι, τραγικοί και συνάμα λίγο υπερβολικοί μέσα στην μοίρα τους που καραδοκεί – σκοτεινό και με κωμικές πινελιές που μόνο ο Allen ξέρει να προσφέρει). Αρχαία τραγωδία στο σύγχρονο Λονδίνο, αρκετά διαφορετική, ωστόσο, στην δομή της από την προηγούμενη δουλειά του σκηνοθέτη, καθώς το ερωτικό στοιχείο παραμερίζεται δίνοντας την θέση του στην ανάγκη της επιβίωσης, αλλά και της συνύπαρξης δύο προσωπικών εγώ, που μεταξύ αδυναμίας και ατομικής ηθικής, καλούνται να υποστηρίξουν ή να κατασπαράξουν το ένα το άλλο, καταλήγοντας σε μία κάθαρση που επέρχεται με τρόπο απόλυτα φυσικό, επιβεβαιώνοντας την ρήση που λέει πως,                        «ο άνθρωπος σκοτώνει ό, τι αγαπάει».        


My Blueberry Nights. Η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του μεγάλου κινέζου δημιουργού, Wong Kar Wai. Δύσκολο το πέρασμα από την αφαίρεση στο συγκεκριμένο, μιας κι ο σκηνοθέτης είχε να δουλέψει πάνω σε κάτι αντίστοιχο (στρωτό σενάριο και αφήγηση) από την πρώτη του ταινία, το 1988 (As Tears Go By). Εντούτοις, κατάφερε για μία ακόμη φορά, να μετατρέψει μία τυπική αμερικάνικη ταινία δρόμου, σ’ ένα εικονοκλαστικό ταξίδι που φέρει το προσωπικό του στίγμα, απ’ την αρχή ως το τέλος. Στο ύψος της η πρωτοεμφανιζόμενη στον κινηματογράφο, αστέρας της φολκ, Norah Jones (η οποία συμμετείχε και στο soundtrack), με άξιους συμπαραστάτες της, τους Jude Law, Rachel Weisz και Natalie Portman. Τεράστιας σημασίας η ερμηνεία του David Strathairn, όπως και η φωτογραφία του μόνιμου συνεργάτη του Kar Wai, Pung-Leung Kwan, σε απόλυτη αρμονία με τον ιρανό συνάδελφο του, Darius Khondji (Se7en, The Beach). Δίχως να φτάνει στα επίπεδα της κινέζικης περιόδου, της οποίας το αποκορύφωμα ήρθε με μία από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών (In the Mood For Love), στέκεται, παρόλα αυτά, επάξια στην ήδη γεμάτη φιλμογραφία του δημιουργού, δείχνοντας αν μη τι άλλο συνέπεια και φρεσκάδα – κάτι που δεν ισχύει, για παράδειγμα, στην αντίστοιχη περίπτωση του Wenders.   

Περισσότερα στο επόμενο post…

Δημήτρης Παπαναστασίου - Youropia.gr







Αφήστε το σχόλιό σας

Το σχόλιό σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!
Μόλις ελεγχθεί από το διαχειριστή θα δημοσιευτεί.







Σχόλια


Δεν υπάρχουν σχόλια...