Youropia Flag

Εκτός Κουτιού, σαν Άμμος


Ήταν πολύ όμορφη εκείνο το βράδυ η Αλκυόνη. Πανέμορφη ήταν… Μ’ εκείνο το ανάλαφρο λευκό φόρεμα, το τριαντάφυλλο στο ντεκολτέ και τα μακριά κυματιστά μαλλιά της λυτά νεράιδα έμοιαζε… Νεράιδα… Eπιβάτης σε κρουαζιερόπλοιο με προορισμό το νησί της, το νησί της Αφροδίτης, το οποίο είχε απαρνηθεί για χρόνια πολλά. Πολλά χρόνια είχαν επίσης περάσει από την τελευταία φορά που φόρεσε λευκά. Ήταν μαύρη η ψυχή της κι όλο με μελανά χρώματα έντυνε το σώμα της για να το τιμωρήσει, επειδή δεν ήταν τέλειο. Αλαφροπατώντας πλησίασε στην κουπαστή∙ γαλήνια κάτω η θάλασσα και πάνω ένα ολόγιομο φεγγάρι. Η ατμόσφαιρα ήταν ειδυλλιακή, κατάλληλη για πτήση, αυστηρώς ακατάλληλη για πτώση, αλλά… Πόσο διαφέρει η πτήση από την πτώση; Στη ζωή λιγότερο απ’ όσο στη γραμματική. Λάθος, πάθος και μετά βάθος απύθμενο. Η αλληλουχία των λέξεων και των φάσεων τρομάζει…


Η Αλκυόνη έγειρε το σώμα της μπροστά… Για να φανταστεί έστω και αμυδρά τον πνιγμό… Ναι… Αν έπεφτε θα ταξίδευε για κάποια εκατοστά του δευτερολέπτου στον αέρα και μετά τίποτε… Αλήθεια, πόσες φορές είχε σκεφτεί να περάσει από την άλλη πλευρά και πάντα σταματούσε. Δεν ήταν επαρκώς θαρραλέα ή μάλλον ήταν πολύ θαρραλέα, για να μετατραπεί σε ένα τίποτε… Τώρα, με σύμμαχο την ησυχία και το σεληνόφως, η σκέψη πήρε να σελαγίζει, να διατρέχει το χρονικό του εγκλεισμού και της απελευθέρωσης… Η μνήμη πήρε να ξετυλίγει το νήμα, που σε κάποια στιγμή ζύγωσε και στο μνήμα…

Είχε περάσει τρία εφιαλτικά χρόνια. Θυμήθηκε την πρώτη φορά… Όταν εκείνη, η απόλυτα πειθαρχημένη, της οποίας η επίσημη διάγνωση δήλωνε anorexia nervosa, κατανάλωσε απίστευτη ποσότητα τροφής μετά μανίας. Μέχρι τότε δεν της είχε ξανασυμβεί κάτι τέτοιο, διότι πάντα ήλεγχε απόλυτα τον εαυτό της.

«Διάβασμα μετά νηστείας»∙ σ’ αυτή την τοσοδούλα φράση θα μπορούσε να συνοψίσει μια τετραετία φοιτητικής ζωής. Περνούσε ολόκληρες μέρες με λίγα μαρουλόφυλλα και δύο ποτήρια γάλα (για να προστατεύεται, όπως νόμιζε, από την οστεοπόρωση). Δεν κατάλαβε πώς πέρασε η τετραετία. Μονότονες, βουβές, μοναχικές, πέρασαν οι μέρες που θα έπρεπε να είναι οι πιο πολύχρωμες, οι πιο συντροφικές, οι πιο έντονες της ζωής της. Σαν να ήταν φυλακισμένη σε δωμάτιο… ή μάλλον σε ένα ερμητικά σφραγισμένο κουτί, ριγμένο σε θάλασσα τρικυμισμένη. Ωστόσο, μέσα στο αεροστεγές κουτί βασίλευε μια απόκοσμη ησυχία! Μάλιστα, η Αλκυόνη ως πρωτοβάθμια, στην αποφοίτηση εκφώνησε τον όρκο. Ήταν ένα κορίτσι αποστεωμένο, ατημέλητο, απόμακρο ίσως ετοιμοθάνατο κι όμως ευτυχισμένο ζώντας τη νιρβάνα του. Ησυχία τάξη και ασφάλεια!

Κι όμως, έτσι ξαφνικά, λίγες ημέρες μετά την ορκομωσία, ο άτεγκτος έλεγχος κατέρρευσε, εξανεμίστηκε… Μετά την πρώτη κραιπάλη όρμησε στο μπάνιο κι έβγαλε όλα τα δηλητήρια, τα βρώσιμα βεβαίως, διότι τ’ άλλα θα εξακολουθούσαν να την τυραννούν για πολύ ακόμα. Τον εμετό ακολούθησε ένας ύπνος βαθύς, χωρίς όνειρα, σαν θάνατος. Ξύπνησε το απόγευμα, αναπνέοντας έναν αέρα βρώμικο σ’ ένα χώρο που βρωμούσε αποφαγίλα κι εμετίλα, ένα χώρο που απέπνεε βουλιμία.

Όταν η Αλκυόνη ξαναβγήκε στον κόσμο μετά τον ανορεξικό λήθαργο κι αφού η βουλιμία κάλυψε – υπερκάλυψε κατακρίβειαν – τα οστά, μια προτροπή την κυνηγούσε: «Ξεκόλλα». Το κόλλημα το βίωνε, το ξεκόλλημα όμως πότε θα το κατόρθωνε; Δεν μπορούσε να υποφέρει άλλο τον φαύλο κύκλο δίαιτα – γυμναστήριο – φαγητό – εμετός και πάλι από την αρχή. Κι όμως, τόσοι μήνες πέρασαν εφιαλτικά μονότονα λες κι ο δίσκος είχε κολλήσει, ουρλιάζοντας συνεχώς ένα άσμα αντιηρωικό και πένθιμο. Θνησιγενείς αποφάσεις για δίαιτα, βουλιμικά επεισόδια, υπερφαγικές κρίσεις, εμετοί, εμετικά… σαν να κόλλησε στο βούρκο. Για ένα πράγμα ήταν σίγουρη η Αλκυόνη, ότι φοβόταν πολύ. Ένιωθε αξιολύπητη από κάθε άποψη. Τι πιο τραγικό από μια Αλκυόνη, φυλακισμένη σε ένα ατελείωτο, παγωμένο χειμώνα, αποστερημένη από το περιβάλλον που θα της επέτρεπε να δημιουργήσει, να επωάσει τα δικά της γεννήματα του πνεύματος, όπως άλλοτε… Πάθος, άχθος, άλγος και άγος…

«Ξεκόλλα…». Βέβαια ώσπου να ξεκολλήσεις πρέπει να παλέψεις πολύ, να ματώσεις πολύ το σώμα και την ψυχή σου. Να τιθασεύσεις την υπεροψία σου και να ζητήσεις βοήθεια από ειδικούς κι από φίλους, κυρίως από φίλους, διότι είναι αλήθεια πως οι ειδικοί κοστίζουν, με αποτέλεσμα η δέουσα περίθαλψη να αποτελεί, όπως και πολλά άλλα υλικά και άυλα, προνόμιο ολίγων.

Πρώτα από όλα, όμως, για να θεραπευτείς πρέπει να πάψεις να στρουθοκαμηλίζεις, διότι ο στρουθοκαμηλισμός, ως πράγμα κίβδηλο, είναι θνησιγενής και ακόμα περισσότερο θανατηφόρος. Τη φωνούλα, που εξέπεμπε SOS μέσα της, κάποιες στιγμές, η Αλκυόνη πάσχιζε πάντα να την φιμώνει και για καιρό πολύ τα κατάφερνε. Κι όμως, ο τέλειος κόσμος της, ο κόσμος του αδυσώπητου ελέγχου θα οδηγούσε το θύμα της ανορεξίας στον άλλο κόσμο. Για τη σωτηρία μεσολάβησε μια βουτιά στον πυθμένα της κολάσεως. Άργησε να καταλάβει πως εκείνο που νόμιζε λεωφόρο ήταν αδιέξοδο, πως η παραμονή στο κουτί της θα την οδηγούσε στην ασφυξία και στο χώμα. Ναι, το θαλερό ήταν ουσιαστικά θανατερό και η ηδονή του ελέγχου θα έφερνε την οδύνη…

Η Αλκυόνη πήρε μια βαθιά ανάσα και για άλλη μια φορά χάιδεψε με το βλέμμα για πρώτα τη θάλασσα κι έπειτα τον ουρανό. Αναστέναξε. Ήξερε πως οι θερμίδες θα ήταν πάντα μέρος της ζωής της, όπως και ο φόβος πως κάποτε θα έπαυε να είναι αδύνατη. Ήξερε επίσης πως πάντοτε, στην θέα ανορεξικών προτύπων θα ένιωθε στην καρδιά ένα τσίμπημα. Αλλά πλέον δεν ήταν μόνη όπως τότε… Κοίταξε το ρολόι της. Μεσάνυχτα… η ώρα που οι νεράιδες στήνουν χορό στα νερά. Έστρεψε το βλέμμα στ’ αστέρια. Θυμήθηκε πως από μικρή έκανε πάντα μια ευχή στο πιο μεγάλο λαμπιόνι του ουρανού. Τώρα ευχήθηκε να μην υπάρξει άλλη πτώση, αν και βαθιά μέσα της ήξερε πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Η αλληλουχία της πτήσεως και της πτώσεως στη ζωή είναι νομοτελειακή.

Μια επταετία πριν ήταν σίγουρη για το μέλλον. Σπουδαία επιστήμων ήθελε να γίνει… Λάμψη… Φώτα… Τι υπεροψία! Ύβρις τιμωρητέα. Τώρα δεν ήξερε. Ζούσε το σήμερα κι έπλαθε το μέλλον με αγώνα και όνειρα. Ο βράχος έγινε εκκρεμές, το μπετόν έγινε άμμος. Τρόμαξε, όταν το συνειδητοποίησε. Από την σταθερότητα του βράχου στην αστάθεια του εκκρεμούς, από το στέρεο μπετόν στη ρευστή άμμο. Αλλά ξάφνου το μυαλό της έλαμψε. Τι άξιζε μια ζωή κλεισμένη ουσιαστικά σε ένα κουτί από μπετόν, μια ζωή σκληρή και παγωμένη, σαν μπετόν; Η άμμος είναι ρευστή αλλά ζωντανή, σύντροφος της θάλασσας και του ήλιου, παρούσα στα όνειρα των παιδιών και των ερωτευμένων. Και η Αλκυόνη ήταν μια από αυτούς τους τελευταίους. Φτάνοντας, μετά απουσία επτά ετών, στην Πάφο, στην πόλη της, θα ένωνε τη ζωή της με τη ζωή του Ερμή, του ανθρώπου που της δίδαξε πρώτα το αλφαβητάρι της φιλίας κι έπειτα το αλφαβητάρι της αγάπης. «Σ’ αγαπώ», ψιθύρισε η θνητή νεράιδα στη θάλασσα και της χάρισε το κόκκινο τριαντάφυλλο του στήθους της… «Σ’ αγαπώ», ψιθύρισε και στο παράξενο χελιδόνι που απολάμβανε τη βραδινή εναέρια βόλτα του (το πρόσεξε καλά, δεν ήταν γλάρος) και του έστειλε τα φιλιά της.
 
 
Της Σωτηρίας Βασιλείου   
 
* Το κείμενο της Σωτηρίας Βασιλείου βραβεύτηκε πρόσφατα στο Διαγωνισμό Δημιουργικής Γραφής "Η Δύναμη του Λόγου για Αλλαγή". Ο διαγωνισμός διοργανώθηκε από τον Κυπριακό Σύνδεσμο Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου εξ ονόματος του προγράμματος «Διαβάζοντας τις Γραμμές (Reading the Lines)». Το «Διαβάζοντας τις Γραμμές» είναι μέρος του χρηματοδοτούμενου από το UNDP-ACT προγράμματος Youth Power Small Grants.






Αφήστε το σχόλιό σας

Το σχόλιό σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!
Μόλις ελεγχθεί από το διαχειριστή θα δημοσιευτεί.







Σχόλια


Βούλα Χριστοδουλίδου στις 28/07/2013 01:27:37
Αγαπημένη μου Σωτηρούλα, σε συγχαίρω θερμά και σε θαυμάζω. Ξέρεις γιατί...