Youropia Flag

Θεσσαλονίκη - Αθήνα vol. 10 "Μέσα στα σύννεφα κρυφτό"


Πέρασαν πια τέσσερις μήνες από την έναρξη του ταξιδιού μας. Ήταν ένα ταξίδι όμορφο, έξυπνο και απολύτως συναισθηματικό, μιας και στη διαδρομή του κλάψαμε, γελάσαμε και συγκινηθήκαμε πολλές φορές. Σήμερα φτάνουμε στο τέλος της ιστορίας μας. Θα θέλαμε, ωστόσο, να σας ενημερώσουμε, πως οι υψηλές πτήσεις των ηρώων μας δεν τελειώνουν οριστικά εδώ... Έκτορα, σ' ευχαριστούμε! (Η ομάδα της youropia)


 

 

"Μέσα στα σύννεφα κρυφτό"

 

 

«Μέσα στα σύννεφα κρυφτό,
έπαιζαν δύο μικρά παιδιά που είχαν χαθεί.
Και ενοχλούσαν τον Θεό,
που φύτευε αλήθειες και λευκά λουλούδια».

Ο Δημήτρης, δεν είχε συναίσθηση του χρόνου που είχε περάσει από τη στιγμή που τους παρακάλεσε να σηκώσουν τα χέρια τους.

Ίσως να ήταν μόνο λίγα δευτερόλεπτα, ή μήπως λίγα λεπτά;

Κοίταζε με υγρά μάτια προς τους επιβάτες, περιμένοντας μία τους κίνηση, μία αντίδραση.
 
Συναίνεση ή διαφωνία.

Ξαφνικά, όμως, ένιωσε τις αγχωμένες σκέψεις του να τον εγκαταλείπουν γρήγορα, σαν αφρισμένα απόνερα που στροβιλίζονται απεγνωσμένα στον νεροχύτη, πριν χαθούν για πάντα μέσα στη σκοτεινή τρύπα ενός σκουριασμένου σιφονιού, ελαφρώνοντας την ύπαρξη του από το περιττό τους βάρος και για μία στιγμή βρέθηκε μόνος του και ας είχε τόσους ανθρώπους απέναντι του.

Δεν σκεφτόταν… Δεν φοβόταν…

Μόνο εκείνο το μικρό ποίημα, που γλυκά του τραγουδούσε η γιαγιά του, τα καλοκαιρινά απογεύματα στη Σπάρτη -όταν ήταν μικρό αγόρι- υπήρχε στο μυαλό του.

Θυμήθηκε, πως βολευόταν και κούρνιαζε προστατευμένος στην πάντοτε μαυροφορεμένη αγκαλιά της λιπόσαρκης γυναίκας, που στήριζε την πλάτη της με ευγένεια και χάρη, πάνω στη μεγάλη ελιά που βρισκόταν στην αυλή του πατρικού τους σπιτιού.

«Έχουν ψυχή τα δέντρα», του έλεγε η γιαγιά. «Ακόμα και το χώμα… Ναι, ψυχή έχει και αυτό, γιατί χωρίς ψυχή τίποτα δεν θα μπορούσε να ανθίσει. Γεννάει το χώμα, σα μάνα… Να το αγαπάς και να το σέβεσαι, γιατί γεννάει και ας πικραίνεται που δέχεται μέσα του ότι πεθαίνει. Και δεν μιλώ για τους νεκρούς παιδάκι μου, γιατί τα σώματα τους δεν είναι τίποτα άλλο από ρούχα, ρούχα που χρειάζεται η Ζωή όταν έρχεται σε αυτόν τον τόπο. Σου μιλώ για τα νεκρά πράγματα που αφήνουν οι άνθρωποι να πέσουν, με τη μορφή δακρύων στην πορεία της ζωή τους. Όλο κλαίνε οι άνθρωποι αγόρι μου και το ποτίζουν με πίκρα και απόγνωση. Θα ακούς τις νύχτες τους λυγμούς τους, για τις επιθυμίες που ξεθώριασαν, για τα ανεκπλήρωτα ταξίδια... Για τα χαμένα τους όνειρα. Και στο τέλος, θα τους ακούσεις να καταριούνται τον χρόνο, που δεν τους έφτασε… Δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι παιδάκι μου και ας νομίζουν ότι καταλαβαίνουν… Ο χρόνος φθείρει το κορμί και ο φόβος την ψυχή».

Οι λέξεις της, τον μάγευαν και τον έθλιβαν συνάμα, όπως και εκείνο το ποίημα, που αν και δεν καταλάβαινε το νόημα του, το αισθανόταν να δονείται μέσα του ολοζώντανο, λες και είχε γραφτεί για την καρδιά και όχι για το μυαλό του.

Γιατί οι αλήθειες που αποκαλύπτουν το Έργο Του, είναι κρυμμένες μα και φανερές, κατανοητές αλλά και δυσνόητες. Είναι αλήθειες, που για να αποκαλύψουν τα μυστικά τους μονοπάτια, πρέπει να γίνουν μέρος της ύπαρξης σου και όχι κτήμα σου.

Και έτσι ο μικρός Δημήτρης κολλούσε το παιδικό, απαλό του πρόσωπο στο ρυτιδιασμένο της στέρνο, που πάντα μύριζε λεβάντα και βροχή και άφηνε τις μαγικές λέξεις της γιαγιάς του να δροσίζουν τη ψυχή του, που φλεγόταν από αγωνία για τον άγνωστο μεγάλο κόσμο που απλωνόταν μπροστά στα παιδικά του μάτια.

«Μέσα στα σύννεφα κρυφτό,
έπαιζαν δύο μικρά παιδιά που είχαν χαθεί.
Και ενοχλούσαν τον Θεό,
που φύτευε αλήθειες και λευκά λουλούδια».

Το ροδαλό χεράκι που υψώθηκε, τον επανάφερε πίσω στην πραγματικότητα.

Ο Δημήτρης κοίταξε προς εκείνη τη μεριά και είδε ένα πανέμορφο κοριτσάκι, με κόκκινα σπαστά μαλλιά, που καθόταν στο παράθυρο, έχοντας δίπλα του τους δύο γονείς του.

Η οικογένεια της μικρούλας, βρισκόταν στην ίδια σειρά θέσεων με τον αδερφό του, τον Κώστα και τον Γιόχαν, στο μέσο περίπου της καμπίνας του αεροσκάφους.

Είδε τη μητέρα του παιδιού να σκύβει αγχωμένη προς το μέρος του και να του ψιθυρίζει κάτι. Δεν μπόρεσε να ακούσει τι του είπε, αλλά από τη γλώσσα του σώματος φαινόταν ότι προσπαθούσε να το πείσει να κατεβάσει το χέρι του. Το κοριτσάκι γύρισε προς τη μητέρα του, έχοντας ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του, εκείνη την αθώα σοβαρότητα των παιδιών που πιστεύουν ακόμα στα θαύματα και στους αγγέλους και ρώτησε απορημένο.

«Αν βρισκόμουν εγώ, στη θέση που είναι το άρρωστο παιδάκι, δεν θα με έσωζες μαμά; Δεν θα σήκωνες το χέρι σου;».

Η γυναίκα, κοίταξε σαστισμένη την κόρη της μην ξέροντας τι έπρεπε να απαντήσει.

«Θα με άφηνες να πεθάνω μαμά;».  

Το παγωμένο, σκληρό κέλυφος του φόβου, που περιβάλει τους μεγάλους και αντανακλά μακριά τους την αγάπη και την συμπόνια, άρχισε να ραγίζει από την δύναμη της αλήθειας των παιδικών λέξεων, όπως η νύχτα που σπάζει σε χρωματιστά κομμάτια και χάνεται, κάθε φορά που επιστρέφουν οι πρώτες του Ήλιου ακτίνες.

Η μητέρα βουρκωμένη, χάιδεψε με στοργή την κορούλα της και χάθηκε για λίγο μέσα στο καθαρό βλέμμα του παιδιού της, που το μόνο που ζητούσε ήταν να βρουν οι άνθρωποι τη δύναμη να φτιάξουν έναν καλύτερο κόσμο, χωρίς φόβο και άρρωστα παιδάκια.
 
Έναν κόσμο φωτεινό, ανθεκτικό στα δυνατά γέλια και στις πολύχρωμες καραμέλες.
Η γυναίκα σήκωσε το χέρι της.

Το ίδιο έκανε και ο πατέρας της μικρής, αλλά και οι επιβάτες που κάθονταν γύρω τους. Η ηλικιωμένη κυρία που είχε παρακαλέσει τον Κυβερνήτη να μην τρέχει, γιατί έβρεχε πολύ εκείνη τη μέρα, σήκωσε με σιγουριά και χαμόγελο το γέρικο της χέρι, όπως και οι υπόλοιποι ταξιδιώτες που κάθονταν στην πρώτη θέση.

Η Ντίνα και η Ανδριάνα που στέκονταν όρθιες πίσω από το Δημήτρη, σήκωσαν και εκείνες το χέρι τους ψηλά.

Ο γέροντας που καθόταν μπροστά από τον Θωμά και έμοιαζε εκπληκτικά με τον Θείο Νώντα, λίγο πριν σηκώσει το χέρι του, γύρισε προς τον διπλανό του και ψιθύρισε συνωμοτικά κλείνοντας του ταυτόχρονα το μάτι.

«Ελπίζω να έχουν φάρμακα για την ουρία στον Κορυδαλλό».

Όλοι οι επιβάτες της πτήσης Α-220, σήκωσαν χαμογελώντας τα χέρια τους ψηλά και ο Δημήτρης για μία στιγμή, νόμισε ότι είδε πάνω στα υψωμένα τους χέρια, το κορμάκι του μικρού άρρωστου αγοριού, να μεταφέρεται στη σωτηρία…

«Παλαιολόγλου… Παλαιολόγλου… Έχεις τηλέφωνο».
 
Ο Κώστας, σήκωσε τα μάτια του πάνω από τους ώμους των συγκρατούμενων του, που τον είχαν κυκλώσει και εκστασιασμένοι τον άκουγαν να τους αφηγείται τα γεγονότα της πτήσης Α-220, προς το κέντρο του μεγάλου προαυλίου, εστιάζοντας το βλέμμα του στον φύλακα που του φώναζε.

«Πέπει να φύγω, αλλά θα επιστέψω γήγοα», είπε και προσπάθησε να ανοίξει ένα πέρασμα ανάμεσα από τα ιδρωμένα κορμιά των κρατουμένων που του έφραζαν τον δρόμο.

«Πάνω στο καλύτερο μας το έκοψες πάλι», διαμαρτυρήθηκε με βαριά φωνή ένας χοντρός άντρας, που φορούσε μία βρώμικη -από λεκέδες φαγητού- φανέλα. Ήταν περίπου πενήντα χρονών και όλοι στην φυλακή τον φώναζαν, ο Μάγειρας. Το παρατσούκλι αυτό του το είχαν δώσει, όχι για την ικανότητα του στη μαγειρική, αλλά για το ότι έτρωγε οτιδήποτε μπορούσε να μαγειρευτεί.

«Κάντε λίγο υπομονή, θα έθω πάλι και θα σας πω για τα απίστευτα πάγματα που συνέβησαν αμέσως μετά το σήκωμα των χειών… Τα κάτησαν όλα κυφά από τον κόσμο. Δεν είπαν σχεδόν τίποτα στις ειδήσεις… Τέλος πάντων».

«Θα έπρεπε να γράψεις ένα βιβλίο με τα πραγματικά γεγονότα», είπε μασώντας, με ανοιχτό το στόμα ένα κομμάτι ψωμί ο Μάγειρας.

Ο Κώστας τον κοίταξε για λίγο σκεπτικός και στο τέλος προχώρησε αργά προς τον φρουρό που τον περίμενε υπομονετικά. Ο δεσμοφύλακας τον οδήγησε σε ένα γραφείο και του έκανε νόημα να σηκώσει το ακουστικό της συσκευής του τηλεφώνου που βρισκόταν κρεμασμένη πάνω στον πράσινο ξεφλουδισμένο τοίχο.

«Οίστε», είπε διστακτικά ο Κώστας.

Από την άλλη γραμμή ακούστηκαν μικρά διακεκομμένα παράσιτα και ξαφνικά, η γνώριμη φωνή της αδερφής του, εξερράγη μέσα στο αυτί του φωνάζοντας με χαρά.

«Περπάτησε… Κώστα ακούς;… Το παιδί περπάτησε».

Η Ελενίτσα συνέχιζε με ενθουσιασμό, μία κλαίγοντας και μία γελώντας, να του εξιστορεί μιλώντας δυνατά την πορεία της υγείας του παιδιού, τις θετικές προγνώσεις των γιατρών…
 
Το πόσο πολύ τον ευχαριστούσε.

Ο Κώστας δεν μπορούσε να καταλάβει πολλά, το μυαλό του είχε σταματήσει σε εκείνη τη μικρή λέξη… Περπάτησε.

Τα είχαν καταφέρει. Ήταν αδιανόητο, αλλά τα είχαν καταφέρει. Είχαν σώσει τη ζωή του μικρού. Έβαλε το ακουστικό στη θέση του, έβαλε και τα κλάματα.

Ο Θωμάς, ήταν η πρώτη εικόνα που ήρθε στο μυαλό του…

Τίποτα δεν θα είχε γίνει χωρίς εκείνον. Του έλειπε τόσο πολύ.

Αλλά και όλοι οι άλλοι, ο Δημήτρης, ο Χάρης, οι αεροσυνοδοί… Το Φάντασμα… Οι επιβάτες…
 
Ο Μάγειρας είχε δίκιο, ο κόσμος έπρεπε να μάθει την αλήθεια.

Έπρεπε να γνωρίσει όλους εκείνους τους ανθρώπους, που όταν χρειάστηκε έκαναν την υπέρβαση και κατάφεραν να σώσουν τη ζωή ενός αγοριού.

Θα έγραφε ένα βιβλίο με τα πραγματικά γεγονότα της πτήσης Α-220.

Ο Κώστας σκούπισε με την ανάποδη του χεριού του τα δάκρυα του και ρουφώντας δυνατά τη μύτη του, απευθύνθηκε προς τον δεσμοφύλακα.

«Θα μποούσα σας παακαλώ, να έχω ένα τετάδιο και ένα στυλό;».

 

 

 

ΤΕΛΟΣ

Του Έκτορα Δέλτα                                                     Μάθετε περισσότερα στην σελίδα της Youropia

                                                                                                                                        και ακολουθήστε τον Έκτορα Δέλτα.



 

 







Αφήστε το σχόλιό σας

Το σχόλιό σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!
Μόλις ελεγχθεί από το διαχειριστή θα δημοσιευτεί.







Σχόλια


Το όνομά σας... στις 24/04/2013 11:45:30
Να είσαι πάντα καλά Έκτορα, ευχαριστούμε πολύ !!!!!!! Το περιμένουμε σαν βιβλίο πια με πολύ αγωνία !!!!! Μπράβο και σε όλους στη Youropia !!!!!!
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΠΕΚΡΟΥ στις 23/04/2013 22:22:50
ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟΟ ΟΠΩς ΟΛΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΛΛΩΣΤΕ.... ΜΠΡΑΒΟ ΕΚΤΟΡΑ !!!!