Youropia Flag

Θεσσαλονίκη - Αθήνα vol. 8 "Αποκάλυψη Τώρα…"


"Η youropia και ο καταξιωμένος συγγραφέας, Έκτορας Δέλτα, πρωτοπορούν και σας παρουσιάζουν με μεγάλη χαρά το πρώτο διαδραστικό διήγημα στο χώρο του ελληνικού διαδικτύου! Από την Τρίτη 22/1, ξεκίνησε η δημοσίευση της διαδραστικής ιστορίας με τίτλο, «Θεσσαλονίκη - Αθήνα». Κάθε Τρίτη αναρτάται και ένα νέο κεφάλαιο. Tο τέλος, όμως, της απρόβλεπτης αυτής ιστορίας θα το καθορίσετε εσείς, μετά από ψηφοφορία"!


 
"Αποκάλυψη Τώρα..."
 
 
Ήταν τέλη Αυγούστου του 1981 και το καλοκαίρι είχε αφήσει τον Καύσωνα και την Υγρασία, τα δύο του πιο άτακτα παιδιά, να παίξουν ανέμελα για μία ακόμη μέρα, ταλαιπωρώντας τους ανθρώπους και τη φύση.

Ο Δημήτρης και η Αλεξάνδρα, ταξίδευαν τις τελευταίες ώρες αμίλητοι μέσα στο ασημί Passat, με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Τη μονοτονία του μεγάλου ταξιδιού, έσπαζαν οι απαλές μελωδίες μίας συλλογής τραγουδιών των Beatles, συνοδευόμενες από τον τραχύ ήχο κύλισης του αυτοκινήτου πάνω στην καυτή άσφαλτο.

Κρατούσε με δύναμη, σφιχτά το τιμόνι. Οι παλάμες των χεριών του ήταν ιδρωμένες, ενώ οι αρθρώσεις των δαχτύλων του είχαν ασπρίσει από την καταπόνηση.

Ήταν φανερό ότι δεν οδηγούσε απλώς, αλλά πάλευε σκληρά με τα συναισθήματα μέσα του. 

Δεν υπάρχει πιο δύσκολο πράγμα στη ζωή, από το να προσπαθήσεις να φυλακίσεις την αγάπη που νιώθεις, για την ίδια σου την μάνα. Και ο Δημήτρης προσπαθούσε να το κάνει καθημερινά τα τελευταία δέκα χρόνια. Τόσο καιρό είχε να δει και να ακούσει τη μητέρα του, από τότε που ήταν σχεδόν είκοσι χρονών, εκπαιδευόμενος πιλότος στο δεύτερο έτος της σχολής Ικάρων. 

Δεν της συγχώρησε ποτέ το γεγονός, ότι εγκατέλειψε εντελώς αναπάντεχα τον πατέρα του, για χάρη ενός εμπόρου από τη Θεσσαλονίκη. 

Το μοναδικό πράγμα που είχε αφήσει πίσω της, ήταν μία σελίδα λευκού χαρτιού, με μία μόνο λέξη γραμμένη βιαστικά στο κέντρο του.

“Συγνώμη”.

Τον είχε ανεξίτηλα σημαδέψει εκείνο το γεγονός, περισσότερο από όσο είχε ποτέ παραδεχτεί, ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό. 

Ο φόβος της εγκατάλειψης, του τέλους μίας αγάπης, είχε ριζώσει μέσα του. Ήταν ένας φόβος που έγινε με τα χρόνια, ψηλό μαύρο δέντρο, με ξεραμένα κλαδιά και σαπισμένα φύλλα.

Ο Δημήτρης φοβόταν, ότι κάποια στιγμή στη ζωή του, θα ερχόταν και εκείνος στη θέση του πατέρα του. Έτρεμε στην ιδέα, ότι θα γυρνούσε μία μέρα αμέριμνος στο σπίτι του και εκεί θα τον περίμενε ένα μικρό λευκό κομμάτι χαρτιού, με μία μόνο λέξη στο κέντρο του…

Μία λέξη, που θα γκρέμιζε τον κόσμο και τα όνειρα του.

Στη θέα της μεγάλης πινακίδας που ενημέρωνε τους οδηγούς, ότι η Θεσσαλονίκη απείχε πενήντα χιλιόμετρα, σήκωσε λίγο το πόδι του από το πεντάλ του γκαζιού και ελάττωσε την ταχύτητα του αυτοκινήτου, αν και ο δρόμος ήταν σχεδόν άδειος εκείνη την ώρα. 

Αυτή ήταν μία ακόμα ένδειξη, της απροθυμίας του να φτάσει στον προορισμό τους.

Η Αλεξάνδρα στράφηκε προς το μέρος του και τον κοίταξε στεναχωρημένη. 

Το πρόσωπο του άντρα της ήταν ανέκφραστο και σκληρό, η μοναδική ένδειξη ζωής και ίσως λίγης ανθρωπιάς, ήταν μερικές μικρές σταγόνες ιδρώτα που κυλούσαν λαμποκοπώντας από το μέτωπο προς τους κροτάφους του, σαν δάκρυα πάνω σε θρησκευτική εικόνα.

Ήθελε να του μιλήσει, αλλά δεν ήταν σίγουρη για το τι έπρεπε να πει. 

Έψαξε με αγωνία μέσα της να βρει τα σωστά λόγια που ήλπιζε να δώσουν και πάλι παλμό, στην πετρωμένη για τη μητέρα του καρδιά. Όμως δεν κατάφερε να αρθρώσει λέξη και έτσι απογοητευμένη γύρισε ξανά το κεφάλι της μπροστά και άφησε το βλέμμα της να χαθεί στην μονοτονία της έρημης Εθνικής οδού. Σε εκείνη τη μεγάλη γκρίζα ασφάλτινη ευθεία, που έμοιαζε να μην οδηγεί πουθενά. 

Κάπως έτσι φαντάστηκε, ότι θα πρέπει να ήταν, η μετά θάνατον τιμωρία των ανθρώπων που δεν καταφέρνουν να βρουν τον προορισμό τους σε αυτή τη ζωή. Ένας γκρίζος, ατέρμονος άδειος δρόμος, για να ταξιδεύουν στην αιωνιότητα, χωρίς να φτάνουν κάπου.

Αναστέναξε ελαφρά σε εκείνη τη δυσοίωνη σκέψη και έκλεισε τα μάτια της σε μία προσπάθεια να ξεκουραστεί. Η ζεστή μέρα που ξεδιπλωνόταν άχαρα μπροστά τους, θα ήταν γεμάτη συγκίνηση και χρειαζόταν τις δυνάμεις της, για να μπορεί να σταθεί δίπλα του.

Τον αγαπούσε πολύ και γνώριζε ότι και εκείνος την αγαπούσε και ας μην της το εξέφραζε με όμορφες λέξεις ή με μικρές ρομαντικές πράξεις. Το έβλεπε στο βλέμμα του κάθε φορά που την κοιτούσε. Μία απέραντη θάλασσα αγάπης τα μάτια του, που όμως στα νερά της ταξίδευαν οι φόβοι του, σαν μικρά ξύλινα καράβια γεμάτα ταλαιπωρημένους και απεγνωσμένους ναύτες, που χρόνια έψαχναν να βρουν στεριά.

Το “Eleanor rigby”, γέμισε μελωδικά την καμπίνα του αυτοκινήτου, ήταν ένα από τα αγαπημένα τους τραγούδια. 

Eleanor Rigby died in the church and was buried along with her name. 
Nobody came. 
Father McKenzie wiping the dirt from his hands as he walks from the grave.
No one was saved. 

Η Αλεξάνδρα άνοιξε τα μάτια και γύρισε προς το μέρος του. Με το αριστερό της χέρι άγγιξε τον μηρό του και άρχισε να τον χαϊδεύει τρυφερά.

Ο Δημήτρης αναστέναξε ελαφρά στο άγγιγμα της. Άπλωσε το χέρι του και ακούμπησε την παλάμη του απαλά πάνω στη φουσκωμένη της κοιλιά. Η γυναίκα του βρισκόταν στον ένατο μήνα της εγκυμοσύνης της. Το χάδι του ήταν ζεστό, γεμάτο αγάπη και προσμονή για το μωρό που σύντομα θα ερχόταν να ομορφύνει τον κόσμο τους.

Αν ο Δημήτρης μπορούσε να κοιτάξει μέσα της, θα έβλεπε το χεράκι του αγέννητου γιού του, που είχε αισθανθεί την λατρεία του αγγίγματος του, να ορθώνεται προσπαθώντας να φτάσει και να αγγίξει το χέρι του πατέρα του.

Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, ο Δημήτρης και η Αλεξάνδρα στέκονταν στο μικρό νεκροταφείο, λίγο μακρύτερα από τους υπόλοιπους συγγενείς και τους δύο ανοιχτούς τάφους, που περίμεναν υπομονετικά να πάρουν στη χωμάτινη αγκαλιά τους, τη μητέρα του και τον δεύτερο άντρα της. Το άτυχο ζευγάρι είχε χάσει τη ζωή του σε τροχαίο δυστύχημα, πριν από δύο μέρες.

Η Αλεξάνδρα δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να του κρατά τρυφερά το χέρι. 

Και έκλαψε…

Έκλαψε και για τον άντρα της, γιατί γνώριζε καλά, ότι ούτε εκείνη την ύστατη ώρα της ταφής, ο Δημήτρης δεν θα άφηνε τα δάκρυα του να πέσουν δροσιστικά πάνω στη ψυχή της μάνας του και να τη συγχωρέσουν. Δεν θα τα άφηνε να μουλιάσουν εκείνο το μικρό χαρτί, σβήνοντας τη βιαστικά γραμμένη λέξη, που εκλιπαρούσε για συγχώρεση.

Όμως τα αναφιλητά ενός μικρού παιδιού τράβηξαν την προσοχή του. 

Ο Δημήτρης παρατήρησε καλύτερα το στρουμπουλό αγόρι, που δεν σταματούσε να χαϊδεύει κλαίγοντας γοερά το φέρετρο της μητέρας του.

Και τότε κατάλαβε… 

Εκείνο το δυστυχισμένο παιδί ήταν ο μικρός του αδερφός, που δεν γνώριζε ότι είχε.

Η καρδιά του, που έμοιαζε πετρωμένη σα να είχε καλυφθεί από παγωμένη λάβα, άρχισε να ραγίζει και από τις ρωγμές της, ξεχύθηκε η φωτιά της αγάπης για τη μάνα του, που είχε για χρόνια φυλακίσει μέσα της, βρίσκοντας  λυτρωτική διέξοδο στο πρόσωπο του μικρού του αδερφού.

Ο Δημήτρης πλησίασε το δεκάχρονο αγόρι και γονάτισε μπροστά του. Ο μικρός Θωμάς τον κοίταξε με παράπονο και το ένστικτο του, τον έσπρωξε απαλά, να χαθεί μέσα στην ανοιχτή αγκαλιά του μεγάλου του αδερφού, βρίσκοντας εκεί παρηγοριά και ελπίδα.

Τα δύο αδέρφια έγιναν αχώριστα από εκείνη τη μέρα.

Δώδεκα χρόνια αργότερα, ο Θωμάς σε ένα άλλο νεκροταφείο, θα αγκάλιαζε με την ίδια τρυφερότητα και αγάπη τον Χάρη στην κηδεία της δικής του μητέρας.

Και έτσι, εκείνοι οι τρείς άντρες μεγάλωσαν και ενώθηκαν με άρρηκτα, λευκά δεσμά αγάπης, σφυρηλατημένα από τον πόνο της απώλειας, για μία μάνα που δεν πρόλαβαν ποτέ τους να χορτάσουν.

«Θείε; Τι κάνεις εδώ;», ρώτησε απορημένα ο Χάρης τον Θωμά, που είχε μπει εντελώς απρόσμενα σα σίφουνας στο πιλοτήριο.

«Ήρθα να δω, αν έμαθες να πετάς εκτός από χαρταετό και αεροπλάνο», απάντησε δηκτικά εκείνος.

Η Ντίνα άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα στον θάλαμο διακυβέρνησης αλαφιασμένη και με την αγωνία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της, που δεν πρόλαβε να σταματήσει τον άγνωστο προς εκείνη κοντό άντρα, να μπει μέσα. Πριν όμως προλάβει να μιλήσει, ο Δημήτρης γυρίζοντας προς το μέρος της, σήκωσε ήρεμα το χέρι του και την καθησύχασε.

«Ηρέμησε, ο αδερφός μου είναι».

Η αεροσυνοδός προσπαθώντας να βρει την ανάσα της, άρχισε να περιεργάζεται τον Θωμά, με το βλέμμα της να κάνει απορημένα βόλτες μεταξύ αυτού και του Δημήτρη, συγκρίνοντας τους δύο άντρες, προσπαθώντας μάταια να βρει ομοιότητες.

«Μη τρελαίνεσαι, και αυτός σαν και εμένα έμοιαζε όταν ήταν σαράντα χρονών,», της είπε ο Θωμάς χαμογελαστά, δείχνοντας τον αδερφό του. 

«Αργούμε πολύ να ομορφύνουμε στο σόι μας».

Η Ντίνα, του ανταπέδωσε μετά από λίγη ώρα ένα απορημένο χαμόγελο και γύρισε την πλάτη της. Βγήκε έξω από το πιλοτήριο και έκλεισε απαλά την πόρτα πίσω της.

«Αυτός ποιος είναι;», ρώτησε ο Θωμάς τον αδερφό του, δείχνοντας προς το μέρος του ψηλού όμορφου άντρα που στεκόταν λίγο πιο πίσω από τον Χάρη, έχοντας το κεφάλι του με λύπη κατεβασμένο.

«Να σου πεί ο αγαπημένος σου ανιψιός», απάντησε με οργή και ειρωνεία ο Δημήτρης. 

Πριν όμως προλάβει ο Χάρης να πει κάτι, εκείνος συνέχισε να μιλάει κουνώντας απογοητευμένα το κεφάλι του δεξιά αριστερά.

«Ο γιος μου… Ο γιος μου…».

«Τι έκανε ρε ο γιoς σου; Θα μου πεις;».

Ο Δημήτρης αγνόησε την ερώτηση του Θωμά και γύρισε πάλι προς τη μεγάλη κονσόλα οργάνων του αεροσκάφους, τροποποιώντας τις παραμέτρους του αυτόματου πιλότου.

«Ο γιος μου… Ο δικός μου γιος», μονολόγησε πάλι.

«Το ξέρεις ότι είναι ηλίθιο», είπε εκνευρισμένος ο Θωμάς, «να χρησιμοποιείς στην ίδια πρόταση το, “δικός μου ” και το, “γιός μου ”».

«Τι είπες;», ρώτησε θυμωμένα ο Δημήτρης γυρίζοντας πάλι προς το μέρος του αδερφού του.

«Λέω, δεν χρειάζεται το “δικός μου ”. Αφού είναι γιος σου, δικός σου είναι. Αλλιώς θα ήταν αλλουνού».

«Θωμά, κόψε την πλάκα, το καλό που σου θέλω. Το ξέρεις ότι τα τελευταία πέντε λεπτά, ήμουν αναγκασμένος να ακούσω την ερωτική εξομολόγηση, αυτού», ο Δημήτρης έδειξε με το χέρι του τον ψηλό άντρα. «Σε αυτόν;», συνέχισε δείχνοντας θυμωμένα τον Χάρη.

«Ο γιος μου είναι…».

«Αν ξαναπείς τη λέξη γιος μου, άλλη μία φορά, θα σε χτυπήσω», είπε ο Θωμάς.

«Ρε, δεν καταλαβαίνεις; Ο Χάρης είναι…», ο Δημήτρης δεν μπόρεσε να πει τελικά τη λέξη.

«Καλά κάνει και είναι ότι θέλει», είπε ήρεμα ο Θωμάς.

«Τι;… Δεν βλέπω να εκπλήσσεσαι… Το ήξερες; Το ήξερες και δεν μου είχες πει τίποτα;», ρώτησε οργισμένος ο Δημήτρης τον Θωμά, που συνέχιζε να τον κοιτάζει ήρεμα.

«Ναι, ήξερα ότι δεν ακολουθεί ερωτικά την πεπατημένη, καιρό τώρα… Και λοιπόν; Κάποια στιγμή θα σου το έλεγε. Τον έπνιγε το γεγονός, όχι ότι κρυβόταν, αλλά ότι σου κρατούσε μυστικά. Σήμερα από ότι κατάλαβα στο είπε, οπότε τέλος καλό, όλα καλά».

«Τίποτα δεν μου είπε, τίποτα», απάντησε εκνευρισμένος ο Δημήτρης και συνέχισε. 

«Μόνος μου το κατάλαβα από τα συμφραζόμενα. Στην αρχή νόμιζα ότι ο ψηλός, ήταν κάποιος κολλητός του φίλος. Αλλά δεν είμαι χθεσινός και το ξέρεις, πιάνω πουλιά στον αέρα εγώ».

«Ορίστε, τώρα ξέρουμε από ποιόν πήρε ο Χάρης», είπε χαριτολογώντας ο Θωμάς.

«Ρε μαλάκα», φώναξε ο Δημήτρης. «Κάνεις πλάκα με αυτό; Σήμερα ανακαλύπτω ότι ο γιος μου είναι gay και εσύ κάνεις αστειάκια;».

«Ο Χάρης», είπε ο Θωμάς, υψώνοντας και εκείνος τη φωνή του και κοιτάζοντας για πρώτη φορά αυστηρά τον αδερφό του, «εκτός από γιος σου, είναι άνθρωπος. Άνθρωπος ελεύθερος να ζει όπως εκείνος θέλει. Και αν έχει επιλέξει αυτό, για να είναι ευτυχισμένος, εγώ είμαι μαζί του. Δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το ασκείς κριτική στους άλλους, η οποία μάλιστα να βασίζεται στις δικές σου αρχές και πεποιθήσεις, λες και έχεις το αλάθητο ή τις σωστές απαντήσεις για όλα. Ποτέ μου δεν το έκανα, ποτέ μου δεν θα το κάνω. Ούτε και σε εσένα άσκησα ποτέ κριτική για τον τρόπο που ζεις».

«Γιατί ρε Θωμά τι έχει η δική μου ζωή;».

«Πιστεύεις ειλικρινά ότι είσαι πρότυπο πατέρα; Ότι είσαι πρότυπο άντρα; Εσύ ρε Δημήτρη έφτασες σχεδόν εξήντα χρονών και πιο πολύ πηδάς από ότι περπατάς. Πλάκα μου κάνεις; Τα μόνο θηλυκά που δεν έχεις ακόμα πηδήξει είναι οι τουρμπίνες του αεροπλάνου. Αλλά αν αυτός είναι ο τρόπος σου για να την ξεχάσεις, για να μπορέσεις να επιβιώσεις χωρίς εκείνη, είμαι μαζί σου… Όλοι μας, κάνουμε αυτό που πιστεύουμε σωστό. Όλοι μας θέλουμε να είμαστε ευτυχισμένοι. Απλά βρίσκουμε διαφορετικούς τρόπους, δικούς μας τρόπους… Η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός, δεν καθορίζονται από το κρεβάτι μας».

«Θέλω χρόνο… Θέλω να το καταλάβω», είπε πιο ήρεμα ο Δημήτρης. «Τόσα χρόνια νόμιζα ότι είχε δεσμό με μία Σουηδέζα. Φανταζόμουν μία όμορφη κοπέλα δίπλα του, κάτι σαν τη Μπριγκίτε Νίλσεν και αντί για Σουηδέζα, αυτός μου έφερε…».

«Τον διευθυντή του ΙΚΕΑ», είπε χαμογελώντας πάλι ο Θωμάς.

«Ο Γιόχαν, είναι πιλότος», μίλησε για πρώτη φορά ο Χάρης.

«Ε, άμα είναι έτσι, αλλάζει το πράγμα», απάντησε με σαρκασμό ο Δημήτρης. «Όλο μου το άγχος ήταν, τι δουλειά θα κάνει ο γαμπρός μου και αν θα μπορεί να σε ζήσει».

«Κόφτο», είπε πάλι αυστηρά ο Θωμάς στον αδερφό του, πιάνοντας τον δυνατά από τον ώμο. «Θέλεις χρόνο. Μην αφήνεις όμως τον θυμό σου να καταστρέψει, αυτό που έχετε χτίσει τόσα χρόνια με αγάπη… Όχι για δεύτερη φορά Δημήτρη».

Ο Δημήτρης γύρισε και κοίταξε τον γιο του στα μάτια. Ήταν το αγοράκι του, πάντοτε θα ήταν το μικρό του αγόρι και η αγάπη που ένιωθε για εκείνον νίκησε τους φόβους και τις πεποιθήσεις του. 
 
Ο αδερφός του είχε δίκιο, δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να κάνει πάλι το ίδιο λάθος που είχε κάνει με την μητέρα του. Δεν θα δηλητηριαζόταν ξανά από τον θυμό, βγάζοντας από τη ζωή του το πιο αγαπημένο πρόσωπο. Δεν θα χρειαζόταν ένας ακόμα θάνατος για να του θυμίσει, ποιες είναι οι πραγματικές αξίες της ζωής.

Ο Δημήτρης άπλωσε το χέρι του προς τον γιο του, έκλεισε σφιχτά τα δάχτυλα της παλάμης του και σχημάτισε μία γροθιά. Ο Χάρης βουρκωμένος χτύπησε απαλά με τη δική του γροθιά το χέρι του πατέρα του. Αυτός ήταν ο προσωπικός τους χαιρετισμός από τότε που εκείνος ήταν ένα πολύ μικρό φοβισμένο αγόρι.

«Θέλω χρόνο», είπε πάλι ήρεμα ο Δημήτρης.

«Το ξέρω… Σε αγαπάω», απάντησε ο Χάρης αφήνοντας τα δάκρυα του να τρέξουν λυτρωτικά.

«Και εγώ…».

«Πάλι καλά που υπάρχει και ο αυτόματος πιλότος», πετάχτηκε ο Θωμάς, ρουφώντας δυνατά τη μύτη του από τη συγκίνηση. «Σίριαλ το κάνατε».

Ο Δημήτρης γύρισε και τον κοίταξε με απορία. «Εσύ όμως τι κάνεις εδώ;».

Ο Θωμάς πήρε μία βαθιά ανάσα και του είπε τα πάντα. 

Τους μίλησε για τον Κώστα και το μικρό του ανιψιό, που χρειαζόταν άμεση μεταφορά στο Λονδίνο για να μπορέσει να ζήσει. 

Τους είπε λεπτομερώς ποιο ήταν το σχέδιο του για την αεροπειρατεία και ότι δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα χωρίς τη δική τους βοήθεια. 

Ο Θωμάς ήθελε ουσιαστικά να σκηνοθετήσει μία αεροπειρατεία, ώστε να μπορέσει να εκβιάσει τις Αρχές να ασχοληθούν με το μικρό παιδί και να το στείλουν για νοσηλεία στο εξωτερικό. Το σχέδιο του όμως περιελάμβανε και τη εκούσια συμμετοχή των επιβατών. Κάποιος θα έπρεπε να τους πείσει, να παίξουν τον ρόλο των ομήρων. 

«Είσαι τρελός», είπε στο τέλος ο Δημήτρης. «Αν το κάνουμε αυτό θα μας κλείσουν όλους στη φυλακή… Ξέχασε το».

«Δεν υπάρχει άλλη λύση ρε Δημήτρη για να σωθεί ο μικρός. Έχει λιγότερο από ένα μήνα ζωής και τα νοσήλια κοστίζουν μία περιουσία. Αν είναι λοιπόν να καταλήξω στη φυλακή προσπαθώντας να το σώσω, δεν έχω απολύτως κανένα πρόβλημα».

«Καταλαβαίνεις πόσο στραβά μπορεί να πάει όλο αυτό; Αν δεν υποκύψουν στον εκβιασμό θα στείλουν τις ειδικές δυνάμεις. Μπορεί να σκοτωθεί κάποιος αθώος, δεν είναι πράγματα αυτά για να παίζεις».

«Δεν παίζω και το ξέρεις. Για αυτό χρειάζομαι κάποιον να πείσει τους επιβάτες να υποκριθούν τους ομήρους. Αν είμαστε ενωμένοι όλοι, μπορούμε να τα καταφέρουμε».

«Εγώ είμαι μέσα», είπε ο Χάρης.

«Και εγώ, πείτε μου μόνο τι χρειάζεται να κάνω», είπε και ο Γιόχαν, μιλώντας σχεδόν άπταιστα ελληνικά.

«Έχετε τρελαθεί όλοι», είπε ο Δημήτρης.

«Χωρίς εσένα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», απάντησε ικετευτικά ο Θωμάς και συνέχισε.

«Δημήτρη, έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή μας, που πρέπει να κάνεις κάτι τρελό, κάτι που δεν θα τολμούσες ούτε να το σκεφτείς. Αλλά αυτή η υπέρβαση είναι που στο τέλος μας καθορίζει, όχι μόνο σαν άντρες, αλλά σαν ανθρώπους». 

«Ξέρεις τι μου ζητάς να κάνω;», ρώτησε ξεφυσώντας με άγχος ο Δημήτρης.

«Ναι… Σου ζητάω να σώσεις τη ζωή ενός παιδιού»…
  

Συνεχίζεται…
 
 
Του Έκτορα Δέλτα                                                    Μάθετε περισσότερα στην σελίδα της Youropia
                                                                                                                                        και ακολουθήστε τον Έκτορα Δέλτα.






Αφήστε το σχόλιό σας

Το σχόλιό σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!
Μόλις ελεγχθεί από το διαχειριστή θα δημοσιευτεί.







Σχόλια


Το όνομά σας... στις 13/03/2013 08:51:25
Aπίστευτες εξελίξεις !!!!!!!!!! Η φαντασία του Έκτορα είναι από άλλο πλανήτη !!!!!!! Μακάρι να μην τέλειωνε ποτέ !!!!!!!
Ελένη Λιέπουρη στις 13/03/2013 01:54:00
Πραγματικά!!!!!! Δεν υπάρχουν λόγια!!!! Τόσες ανατροπές!!!! Τι να πω!!!! Αυτός ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ αγγίζει τα πάντα!!!! Δημιουργούνται αρκετές εικόνες!!! Είναι λες και είσαι μέσα σε αυτό.... Και τέτοια ΑΝΑΤΡΙΧΙΛΑ!!! Ανυπομονώ να δώ πως θα εξελιχθεί όλο αυτό!!!
Ελένη Λιέπουρη στις 13/03/2013 01:50:10
Πραγματικά!!!!!! Δεν υπάρχουν λόγια!!!! Τόσες ανατροπές!!!! Τι να πω!!!! Αυτός ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ αγγίζει τα πάντα!!!! Δημιουργούνται αρκετές εικόνες!!! Είναι λες και είσαι μέσα σε αυτό.... Και τέτοια ΑΝΑΤΡΙΧΙΛΑ!!! Ανυπομονώ να δώ πως θα εξελιχθεί όλο αυτό!!!
Μαρία Κρητικού στις 12/03/2013 22:59:45
Ότι και να πω θα είναι λίγο..! Ανυπομονώ για την εξέλιξη της πτήσης μας, αν και με στεναχωρεί το γεγονός ότι φτάνουμε στο τέλος της..
Ευγενια Ζακυνθονου στις 12/03/2013 21:24:08
Ζεστο,τρυφερο,συγκλονιστικα απροβλεπτο το σημερινο επεισοδιο!!!!Τι τελος να βαλειςσε μια τετοια συναρπαστικη ιστορια! Μονο η δυναμη της φαντασιας του συγγραφεα ΜΠΟΡΕΙ.......
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΠΕΚΡΟΥ στις 12/03/2013 20:32:13
πολλά ευαίσθητα σημεία σ ένα κεφάλαιο μαζεμένα η φυγή της μάνας με τον εραστή, η άρνηση του παιδιού να την δει και να την συγχωρέσει, η ομοφυλοφιλία του γιου...... ΥΠΕΡΟΧΟ, ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ... ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΚΑΤΙ ΛΙΓΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΟΝ Εκτορα !!!!