Youropia Flag

Θεσσαλονίκη - Αθήνα vol. 7 "Συμφωνία Νο.25 σε Σολ ελάσσονα"


"Η youropia και ο καταξιωμένος συγγραφέας, Έκτορας Δέλτα, πρωτοπορούν και σας παρουσιάζουν με μεγάλη χαρά το πρώτο διαδραστικό διήγημα στο χώρο του ελληνικού διαδικτύου! Από την Τρίτη 22/1, ξεκίνησε η δημοσίευση της διαδραστικής ιστορίας με τίτλο, «Θεσσαλονίκη - Αθήνα». Κάθε Τρίτη αναρτάται και ένα νέο κεφάλαιο. Tο τέλος, όμως, της απρόβλεπτης αυτής ιστορίας θα το καθορίσετε εσείς, μετά από ψηφοφορία"!


 
 "Συμφωνία Νο.25 σε Σολ ελάσσονα"
 
Έπαιζε νευρικά πιάνο, με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού πάνω στον μηρό του, τη συμφωνία νούμερο 25 του Μότσαρτ, σε σολ ελάσσονα. 

Οι νότες σαν λευκά άνθη κερασιάς, έπεφταν μέσα του και σκέπαζαν στοργικά τη λυπημένη του ψυχή για να μην κρυώνει και από το μικρό λουλουδένιο βουναλάκι που γρήγορα σχηματίστηκε, άρχισαν να ξεπροβάλλουν μουσικά όργανα, φτιαγμένα από ξύλο και ανάγκη, για ένα καλύτερο αύριο. 

Άκουσε τα δεύτερα βιολιά να απαντούν με αυθάδεια στη δυναμική μελωδική γραμμή των πρώτων, έχοντας την αμέριστη συμπαράσταση των βιολοντσέλων και των κοντραμπάσων. 

Τα χάλκινα πνευστά, επενέβησαν γλυκά και με ηρεμία, σε μία προσπάθεια να συμφιλιώσουν τα έγχορδα που ξιφομαχούσαν με τα δοξάρια τους στον ρυθμό των μεγάλων κρουστών και στο τέλος, όλα μαζί, μην έχοντας τίποτα τελικά να χωρίσουν, στόλισαν τα άχαρα, κουρελιασμένα όνειρα του Κώστα, με φανταχτερές μελωδίες και έφτιαξαν πολύχρωμους κόσμους, για να μπορούν εκείνα να παρελαύνουν καμαρωτά.

Στα μαγικά μέρη που τον ταξίδευε η μουσική, οι καταγάλανοι απέραντοι ουρανοί έλιωναν κάθε πρωί και έπεφταν πάνω στη γη. Από εκείνη την ένωση άνθιζαν χρωματιστά αστέρια, που φεγγοβολούσαν χρώματα, για να μη φοβούνται οι άνθρωποι τις νύχτες.

Ο μεταλλικός στριγκός ήχος της ζώνης ασφαλείας, έπεσε παράφωνα πάνω στη μουσική του φαντασίωση, επαναφέροντας τον απότομα πίσω στη γκρίζα πραγματικότητα.

Γύρισε το κεφάλι του και είδε τον Θωμά να λύνει τη ζώνη του, ταυτόχρονα με τον γοητευτικό άντρα που καθόταν σιωπηλός δίπλα του. Ο Κώστας, κοίταξε απορημένος τους δύο άντρες να σηκώνονται μαζί, σχεδόν συγχρονισμένα από τις θέσεις τους. 

Ο ψηλός άγνωστος άντρας έριξε και αυτός ένα ερευνητικό βλέμμα προς τον Θωμά, σε μία προσπάθεια να ερμηνεύσει τις προθέσεις του. Εκείνος όμως, είχε ήδη ενστικτωδώς βάλει τα χέρια του στη μέση, στο ύψος των γοφών και με μικρές άχαρες κινήσεις προσποιούταν ότι ξεπιανόταν, φαινομενικά αδιαφορώντας για τον ξανθό Σκανδιναβό δίπλα του, που τον παρατηρούσε με προσοχή.

Ο Θωμάς στη φευγαλέα ματιά που είχε ανταλλάξει μαζί του, είχε προλάβει να δει στο γαλανό του βλέμμα, θλίψη αλλά και αποφασιστικότητα. Αυτός ήταν ένας εξαιρετικά κακός και επικίνδυνος συνδυασμός, δεδομένων των συνθηκών. 

Σε ένα ασφυκτικά γεμάτο από κόσμο αεροσκάφος, που πετάει μέσα σε καταιγίδα, το τελευταίο πράγμα που χρειάζεσαι, είναι έναν -σχεδόν δύο μέτρα- μυστηριώδη και αποφασισμένο άντρα, με άγνωστες προθέσεις.

Το ένστικτο του Θωμά τον συμβούλεψε, ότι θα ήταν πολύ πιο ασφαλές αν ακολουθούσε τις εξελίξεις, από το να προηγηθεί αυτών και έτσι, αποφάσισε να καθίσει πάλι στο κάθισμα του. Έδεσε ήρεμα τη ζώνη του και παρακολούθησε αμίλητος, τον θλιμμένο άντρα να κατευθύνεται αργά προς το πιλοτήριο, να φτάνει εκεί και να συνομιλεί ήρεμα, ακριβώς έξω από την κλειστή πόρτα του θαλάμου διακυβέρνησης, με την όμορφη αλλά και αφελή αεροσυνοδό. 

Του ήταν αδύνατο να ακούσει ή να καταλάβει τι έλεγαν. 

Είδε μετά από λίγη ώρα, τη δεύτερη αεροσυνοδό, εκείνη που του είχε ευφάνταστα απαντήσει, ότι ένα και ένα στην αγάπη κάνει ένα, να πηγαίνει προς το μέρος του Σκανδιναβού και να αρχίζει και εκείνη να συνομιλεί μαζί του. 

Ο Θωμάς παρακολούθησε με ενδιαφέρον και απορία, τη Ντίνα να γυρίζει την πλάτη της και να μπαίνει μέσα στο πιλοτήριο, στη συνέχεια να βγαίνει και να κάνει νόημα στον ψηλό άντρα, ότι του επιτρεπόταν η είσοδος. 

Ο μυστηριώδης επιβάτης, προχώρησε στο εσωτερικό, κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω του.
 
Οι δύο αεροσυνοδοί έμειναν να στέκονται αμήχανα. Τέλος, είδε τη Ντίνα να σηκώνει απορημένα τους ώμους της προς την Ανδριάνα, δηλώνοντας με εκείνη την κίνηση, ότι δεν γνώριζε τι ακριβώς συμβαίνει.

«Συγνώμη που παίνω το θάος και μιλάω», είπε διστακτικά ο Κώστας και συνέχισε, «αλλά, αυτός ο ψηλός κύιος, που μόλις μπήκε στο πιλοτήιο, είναι μέος του σχεδίου μας;».

«Όχι», απάντησε κοφτά ο Θωμάς, χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει, έχοντας ακόμα το βλέμμα του καρφωμένο στη κλειστή πόρτα του θαλάμου διακυβέρνησης. «Και δεν έχω καμία ιδέα τι στο διάολο κάνει εκεί μέσα», είπε στο τέλος.

«Μην τον αναφέεις σε παακαλώ».

«Ποιόν;».

«Τον Έξω από εδώ… Μην τον αναφέεις, είναι γουσουζιά».

«Σοβαρέψου ρε», απάντησε αυστηρά ο Θωμάς και κοίταξε αγχωμένα το ρολόι του.

«Τώα τι θα κάνουμε;», ρώτησε φοβισμένα ο Κώστας.

«Θα περιμένουμε δέκα λεπτά, μήπως και αλλάξει κάτι και μετά θα κάνω αυτό που πρέπει», είπε ξεφυσώντας ο Θωμάς, σε μία προσπάθεια να καθαρίσει το μυαλό του, από τις εκατοντάδες άτακτες σκέψεις, που φτερούγιζαν με θόρυβο μέσα στο κεφάλι του, αλλάζοντας συνεχώς κατεύθυνση, σαν ένα μεγάλο μαύρο σμήνος από ψαρόνια, που αναποφάσιστα ψάχνουν καταφύγιο από τη βροχή, φτιάχνοντας χαοτικά σχήματα στον ουρανό.

Έκλεισε τα μάτια και άρχισε να ηρεμεί.

«Με συγχωρείτε… Κύριε;».

Ο Θωμάς άνοιξε τα μάτια και κοίταξε τον ηλικιωμένο επιβάτη που καθόταν στο μπροστινό από εκείνον κάθισμα.

Ο γέρος είχε ανασηκωθεί και είχε γυρίσει προς το μέρος του κοιτάζοντας τον ικετευτικά.
 
«Μου επιτρέπετε να ρίξω λίγο την πλάτη του καθίσματος μου; Γιατί έχω πιαστεί», ρώτησε ο ηλικιωμένος άντρας. 

Ο Θωμάς παρατήρησε το πρόσωπο του. Οι πτυχώσεις από τις ρυτίδες ήταν τόσο βαθιές, λες και κάποιος τις είχε ζωγραφίσει με ένα ξυλαράκι πάνω στη νοτισμένη άμμο μίας ακρογιαλιάς.

Η τεχνητή οδοντοστοιχία του παππού δεν εφάρμοζε καλά στο στόμα του, με αποτέλεσμα να μην ακολουθεί με ακρίβεια τις κινήσεις των γερασμένων του χειλιών, δίνοντας την αίσθηση, ότι παρακολουθούσες κάποιο μεταγλωττισμένο σήριαλ, κάθε φορά που εκείνος μιλούσε.

«Παρακαλώ», είπε ο Θωμάς κάνοντας ταυτόχρονα μία ευγενική κίνηση με το χέρι του, δείχνοντας την πλάτη του καθίσματος.

«Σας ευχαριστώ πολύ, νεαρέ μου», αποκρίθηκε σε μεταγλωττισμένα ελληνικά ο παππούς και γύρισε πάλι μπροστά, προσπαθώντας να βολέψει το γέρικο του σώμα, όσο καλύτερα μπορούσε.

Ο Θωμάς στράφηκε προς το μέρος του Κώστα. 

«Δεν είναι φτυστός ο Θείος σου ο Νώντας;», ρώτησε, προσπαθώντας με δυσκολία να κρύψει ένα χαμόγελο που πάλευε να αναδυθεί στο πρόσωπο του.

«Ντοπή σου! Δεν έχω να πω τίποτα άλλο… Θα έπεπε να ντέπεσαι και μόνο που το σκέφτηκες», είπε θυμωμένα ο Κώστας.

«Πόσες φορές θα πρέπει να σου πω, ότι δεν έφταιγα εγώ. Που ήθελες ρε να φανταστώ, ότι ο Θείος σου ο Νώντας είναι παντελώς ηλίθιος;».

«Δεν είναι ηλίθιος, ένας αγαθός, αγάμματος ανθωπάκος είναι, που του κατέστεψες τη ζωή με τα ανόητα και κακεντεχή αστεία σου».

«Ήσουν μπροστά και όμως δεν είπες τίποτα», απάντησε ο Θωμάς σε μία ακόμα προσπάθεια να υπερασπιστεί τον εαυτό του. «Και δεν είπες τίποτα, γιατί ούτε και εσύ πίστεψες, ότι θα το έπαιρνε σοβαρά αυτό που του είπα».

Το χαμόγελο του Θωμά, νίκησε επιτέλους τη θέληση του να παραμείνει σοβαρός και άρχισε δειλά να σχηματίζεται στο πρόσωπο του.

«Ο Θείος μου ήταν ένας σεβάσμιος άνθωπος και κατάφεες να τον κάνεις πείγελο της κοινωνίας με τις βλακείες σου. Ήταν ο καλύτεος φούναης του χωιού και τωα ντέπεται να κυκλοφοήσει. Επτά ολόκληα χόνια κάθεται κλεισμένος μέσα στο σπίτι, εξαιτίας σου».

«Εξαιτίας της βλακείας που τον βαράει», είπε χαμογελώντας ο Θωμάς.

«Συνεχίζεις;», ρώτησε οργισμένα πια ο Κώστας. «Δύο ολόκληα χόνια ταβιόταν στα δικαστήια. Αναγκάστηκε να κλείσει τον φούνο του, που τόσο αγαπούσε και όλα αυτά επειδή δεν μποείς να κατήσεις το στόμα σου κλειστό».

«Είναι όμως πολύ αστείο αυτό που συνέβη, παραδέξου το», είπε ο Θωμάς, που ήταν έτοιμος να ξεσπάσει σε νευρικά γέλια.

«Παάτα με», απάντησε ο Κώστας και γύρισε το κεφάλι του από την άλλη μεριά, για να μη δει ο Θωμάς το χαμόγελο που αυθόρμητα έκανε την εμφάνιση του. 

Ένιωθε τύψεις που χαμογελούσε με την τραγωδία του Θείου του, αλλά ο φίλος του είχε δίκιο… 
 
Ήταν όντως αστείο. Τραγικό, αλλά αστείο. Ο Κώστας έφερε στο μυαλό του τον Θείο του.

Ο Θείος Νώντας, είχε βγάλει κουτσά στραβά μόνο το δημοτικό, αφού δεν έπαιρνε τα γράμματα και έτσι δεν έμαθε ποτέ να γράφει σωστά ή να διαβάζει χωρίς κόπο.

Ήταν ο μεγαλύτερος αδερφός του πατέρα του και είχε πάθος από μικρός με το κυνήγι των πουλιών. Όταν ήταν περίπου είκοσι χρονών, είχε πάει να κυνηγήσει μπεκάτσες λίγο έξω από το χωριό, αντί όμως για μπεκάτσες, συνάντησε τη Λενιώ, που έτρεχε ουρλιάζοντας τρομοκρατημένη να ξεφύγει από μία πεινασμένη αρκούδα.
 
Ο Θείος Νώντας πυροβόλησε δύο φορές και έσωσε την όμορφη κοπέλα, που σύντομα θα γινόταν ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής του. Η Λενιώ, ήταν η μοναχοκόρη ενός φούρναρη από την Ελάτη και παντρεύτηκε τον σωτήρα της μετά από έναν χρόνο. Ο Νώντας κληρονόμησε τον φούρνο του πεθερού του και έγινε ο καλύτερος φούρναρης του χωριού. 

Δύο πράγματα λάτρευε ο Θείος Νώντας στη ζωή του, να ζυμώνει και να αγαπάει τη Λενιώ.
 
Και έτσι ζυμωμένοι με αγάπη, έζησαν μαζί μία ήρεμη και γαλήνια ζωή πενήντα σχεδόν χρόνων.
 
Ο Θεός δεν τους έδωσε παιδιά, ίσως γιατί γνώριζε, ότι οι καρδιές τους δεν είχαν χώρο για κανέναν άλλο. 

Όταν έφτασε εβδομήντα χρονών, η Θεία Λενιώ αρρώστησε βαριά και η καραμπίνα του Θείου Νώντα δεν μπορούσε να τη σώσει για δεύτερη φορά από την καταραμένη αρρώστια. 

Έμεινε μόνος του, μαραζωμένος, καταδικασμένος να ζυμώνει και να θυμάται τη γυναίκα που λάτρευε όσο τίποτα στον κόσμο. 

Κάθε Κυριακή της έφτιαχνε ένα μικρό τσουρεκάκι και το άφηνε δίπλα στο καντήλι της που φρόντιζε να μένει πάντα αναμμένο.

Πριν από εφτά χρόνια περίπου, ο Κώστας μαζί με τον Θωμά είχαν πάει στην Ελάτη, ο πρώτος για να δει τον αγαπημένο του Θείο και ο δεύτερος για να συλλέξει πληροφορίες για ένα άρθρο που ετοίμαζε με θέμα, τη ζωή στα χωριά της ορεινής Ελλάδος.

Το βράδυ, ο Θείος Νώντας τους είχε καλέσει στο σπίτι του για να τους κάνει το τραπέζι.

Είχαν πιει και οι τρεις τους αρκετό κρασί, όταν ξεκίνησε ο Θείος να τους ζητάει συμβουλές, για το τι θα έπρεπε να κάνει, ώστε να γίνει ο φούρνος του πιο ελκυστικός στους τουρίστες, που κατέκλυζαν χειμώνα καλοκαίρι την Ελάτη.

Τους παρακάλεσε να του δώσουν ιδέες, για ένα νέο όνομα για τον φούρνο του, αφού η πολυκαιρισμένη ξύλινη ταμπέλα, που έγραφε με ξεφτισμένα γράμματα φτιαγμένα από χοντρή τριχιά, “Το καλό Ψωμί”, του φάνταζε πια παρωχημένη και παλιομοδίτικη.

Και τότε πετάχτηκε ο Θωμάς… 

«Άουσβίτς! Να τον πείτε, Άουσβίτς!».

Ο Θείος Νώντας είχε ρωτήσει τον Θωμά, τι σήμαινε εκείνη η όμορφη ξενική λέξη και εκείνος του είχε απαντήσει με φυσικότητα, ότι στα Πολωνικά, ‘Άουσβιτς”, ήταν η γαλλική μπαγκέτα.

Κανείς τους δεν φαντάστηκε, ότι το κακόγουστο αστείο του Θωμά, θα γινόταν την επόμενη κιόλας εβδομάδα, μία μεγάλη πινακίδα με ξύλινα κατακόκκινα γράμματα, φιλοτεχνημένη με πολύ μεράκι από τον Θείο Νώντα, που ευελπιστούσε σε ένα νέο επιχειρηματικό ξεκίνημα. 

Την είχε κρεμάσει έξω από το μαγαζί του μία Κυριακή πρωί, φουσκωμένος από περηφάνια αλλά και λύπη, που η Θεία Λενιώ δεν θα έβλεπε τη νέα ονομασία του αγαπημένου τους φούρνου. 

Η συνέχεια ήταν καταιγιστική και τραγική, γιατί το πρώτο λεοφωρείο που σταμάτησε ακριβώς έξω από τον φούρνο του Θείου Νώντα, ήταν γεμάτο Ισραηλινούς τουρίστες…

Ένα μικρό γελάκι, ξέφυγε τελικά από το στόμα του Κώστα, σαν μικρό παιδί που ξεγλιστρά της προσοχής των γονιών του.

«Το ήξερα ότι θα γελάσεις», είπε δικαιωμένος ο Θωμάς.

«Τον κακομοίη τον θειούλη μου», αρκέστηκε να πει ο Κώστας, πνιγμένος όμως από τις ενοχές για το γέλιο που δεν μπορούσε πια να συγκρατήσει.

Οι δύο φίλοι άρχισαν να γελούν νευρικά. Κάποιοι επιβάτες γύρισαν ενοχλημένοι και τους κοίταξαν αποδοκιμαστικά.

Ο Θωμάς μετά από λίγη ώρα, σκούπισε τα δακρυσμένα από τα γέλια μάτια του και έριξε μία κλεφτή ματιά στο ρολόι του… Τα δέκα λεπτά είχαν περάσει.

«Πιστεύεις στον Θεό;», ρώτησε σοβαρά τον Κώστα, που προσπαθούσε να ξαναβρεί την ανάσα του από τα γέλια.

«Φυσικά και πιστεύω. Μην ξεχνάς ότι η μητέα μου με έχει ταγμένο στον Χιστό».

«Μεγάλη απογοήτευση θα πρέπει να νιώθει», είπε αποκαρδιωμένα ο Θωμάς.

«Η μητέα μου;».

«Όχι ρε, ο Χριστός... Ξέρεις τι είναι, να έχεις υποστεί τόσους βασανισμούς, να έχεις Σταυρωθεί για το καλό της ανθρωπότητας και όλα αυτά, για να έρθει κάποια μέρα μία γριά από την Πίνδο, να σου τάξει σαν ευχαριστώ μία μούρη σαν τη δική σου».

Ένας δυνατός κεραυνός έπεσε τόσο κοντά στο αεροπλάνο, που ο φωτισμός της καμπίνας των επιβατών αναβόσβησε στιγμιαία, προκαλώντας μικρές φωνές πανικού.

«Είσαι βλάσφημος», είπε φοβισμένα ο Κώστας. «Και αν θέλεις να ξέεις, σε Ακούει».

«Ωραία», απάντησε ο Θωμάς, που με ταχύτητα έλυσε τη ζώνη του και σηκώθηκε από τη θέση του. 
«Γιατί όλη την εβδομάδα, ζητάω να μου δώσει δύναμη».

Πριν προλάβει ο Κώστας να του απαντήσει οτιδήποτε, ο Θωμάς ήδη περπατούσε γρήγορα στο διάδρομο κατευθυνόμενος προς το πιλοτήριο.

Ούτε η Ανδριάνα, ούτε η Ντίνα πρόλαβαν να τον σταματήσουν. 

Άνοιξε γρήγορα την πόρτα του θαλάμου διακυβέρνησης, που για καλή του τύχη είχε μείνει ξεκλείδωτη και τρύπωσε γρήγορα μέσα.

Ο ψηλός άγνωστος άντρας, που παραδόξως ήταν βουρκωμένος, ο Δημήτρης και ο Χάρης γύρισαν ταυτόχρονα και τον κοίταξαν έκπληκτοι.

«Θωμά;», είπε ξαφνιασμένος ο Δημήτρης.

«Θείε;», είπε ακόμα πιο απορημένα ο Χάρης.
 
Συνεχίζεται…

Του Έκτορα Δέλτα                                                      Μάθετε περισσότερα στην σελίδα της Youropia
                                                                                                                                        και ακολουθήστε τον Έκτορα Δέλτα.






Αφήστε το σχόλιό σας

Το σχόλιό σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!
Μόλις ελεγχθεί από το διαχειριστή θα δημοσιευτεί.







Σχόλια


Ελένη Γαλανού στις 09/03/2013 21:21:46
Εκπληκτικη ιστορία, συγχαρητήρια !!!!!!!! Αναμένω με αγωνία τη συνέχεια !!!!!!!
Κώστας Δεληγιάννης στις 06/03/2013 09:14:41
Ανατρεπτικό χιούμορ και σεμιναριακή γραφή !!!!! Πανέμορφο, αναμένουμε με αγωνία τη συνέχεια !!!!!
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΠΕΚΡΟΥ στις 05/03/2013 20:29:28
ανατρεπτικό...........συγκινητικό , υπερβολικά όμορφο..... μπράβο Έκτορα....!!!!
Ευγενια Ζακυνθινου στις 05/03/2013 20:26:53
Δυνατες εικονες δυνατα συναισθηματα....!!!!!!!!!