Youropia Flag

Θεσσαλονίκη - Αθήνα vol. 5 "Πρωινή βροχή".


"Η youropia και ο καταξιωμένος συγγραφέας, Έκτορας Δέλτα, πρωτοπορούν και σας παρουσιάζουν με μεγάλη χαρά το πρώτο διαδραστικό διήγημα στο χώρο του ελληνικού διαδικτύου! Από την Τρίτη 22/1, ξεκίνησε η δημοσίευση της διαδραστικής ιστορίας με τίτλο, «Θεσσαλονίκη - Αθήνα». Κάθε Τρίτη αναρτάται και ένα νέο κεφάλαιο. Tο τέλος, όμως, της απρόβλεπτης αυτής ιστορίας θα το καθορίσετε εσείς, μετά από ψηφοφορία"!


 
 
"Πρωινή βροχή"
 
 
 
«Δεν κατάλαβα τίποτα… Και δεν κατάλαβα τίποτα, όχι γιατί είμαι χαζός, αλλά γιατί δεν μου εξήγησες λεπτομεώς», είπε αγχωμένα ο Κώστας, μιλώντας όσο πιο σιγά μπορούσε. 

Στεκόταν όρθιος, απέναντι από τον Θωμά, σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο, ασφυκτικά στριμωγμένοι και οι δύο, μέσα στο μικρό λεωφορείο του αεροδρομίου, που τους μετέφερε μαζί με τους υπόλοιπους επιβάτες προς το αεροσκάφος.

Ο Θωμάς δεν απάντησε, σήκωσε το βλέμμα πάνω από τον ώμο του φίλου του και από το πίσω παράθυρο του οχήματος, χάζεψε τον βαρύ γκρίζο ουρανό, που μαστιγωνόταν κάθε λίγο και λιγάκι από γαλαζωπές αστραπές, σαν τιμωρία για το απαισιόδοξο του χρώμα.

Οι ψίθυροι των υπολοίπων επιβατών, έμοιαζαν να παίζουν κρυφτό με τις χοντρές σταγόνες της βροχής που είχαν αρχίσει να πέφτουν με θόρυβο, πάνω στη μεταλλική σκεπή του μικρού λεωφορείου. Λέξεις και νερό, αγκαλιάζονταν παιχνιδιάρικα.

«Μήπως η βοχή», ρώτησε ο Κώστας, «είναι κάποιο σημάδι, ότι η Τύχη δεν είναι στο πλευό μας σήμεα;». 

Ο Θωμάς χαμήλωσε το βλέμμα του και τον κοίταξε. Στην κοσμοθεωρία του, δεν υπήρχε το τυχαίο. Η Τύχη, ήταν μία -μάλλον- ατυχής έκφραση, που προσπαθούσε να περιγράψει τους αστάθμητους παράγοντες και τα κρυμμένα δεδομένα που επηρέαζαν δυναμικά και συνεχώς, τον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι την εξέλιξη των σχεδίων τους. 

Ήταν θερμός υποστηρικτής της Θεωρίας του Χάους και η έννοια της τυχαιότητας, δεν περιλαμβανόταν στον τρόπο που εκείνος αντιλαμβανόταν τον κόσμο και το σύμπαν. 

Η ζωή, η ομορφιά, ο έρωτας, το λουλούδι που ανθίζει, το κύμα του ωκεανού, ακόμα και ένας πλανήτης που περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο, δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι αποτελέσματα ενός στείρου και τυχαίου γεγονότος. Κάτι τέτοιο θα ήταν, σαν κάποιος να πίστευε, ότι υπάρχουν έστω και απειροελάχιστες πιθανότητες να χτυπήσει ένας τυφώνας μία μάντρα παλαιών αυτοκινήτων και μέσα από το χάος των σιδερικών, να δημιουργηθεί ένα αστραφτερό ελικόπτερο. 

Χαμογέλασε αμυδρά σε εκείνη την ιδέα, συνεχίζοντας να αγνοεί επιδεικτικά το επίμονο βλέμμα του Κώστα, που σαν μικρό αφελές παιδί, δεν είχε σταματήσει να του κάνει ερωτήσεις, από τη στιγμή που είχαν μπει σε εκείνο το στενάχωρο λεωφορείο.

Ο Θωμάς σε κάθε έκφραση της ζωής, έβλεπε και αισθανόταν μία αυστηρή μαθηματική νομοτέλεια. Ακόμα και οι ανθρώπινες σχέσεις δεν ξέφευγαν από ένα αδιόρατο πολύπλοκο μαθηματικό μοτίβο. Το διαισθανόταν, αν και δεν μπορούσε πάντοτε να το κατανοήσει. 

Σοφία και Αγάπη, ήταν για εκείνον τα συστατικά της πραγματικής δημιουργίας. 

Και έτσι, έχοντας αποκλείσει την τυχαιότητα από τη ζωή του, ήταν αναγκασμένος να πιστεύει στον Θεό. Όχι όμως σε κάποιον θρησκευτικό Θεό, που ακόμα και στις μέρες μας δεχόταν τάματα και αλλαγή στις διατροφικές συνήθειες, σε αντάλλαγμα ευημερίας, καλής υγείας και ίσως, μίας θέσης στον Παράδεισο.
 
Ο Θεός που είχε στο μυαλό του, έμοιαζε περισσότερο με ένα μοναχικό παιδί, με μεγάλη φαντασία, που σε μία στιγμή αδυναμίας, φύσηξε πνοή Αγάπης και άρχισε να δημιούργει κόσμους και σύμπαντα, για να μην αισθάνεται άλλο μοναξιά...

Ήλπιζε μετά θάνατον, να συναντούσε εκείνο το Παιδί, ήθελε να το ευχαριστήσει με όλη του την ψυχή για το Δώρο της Ζωής και ίσως, να του έδινε και δύο ξυλιές στον πισινό, για την αφέλεια του, ότι ο άνθρωπος, θα μπορούσε με σύνεση να διαχειριστεί αυτό το μεγάλο Δώρο.

Ένας ακόμα κεραυνός έπεσε με εκκωφαντικό κρότο, σαν απάντηση στις σκέψεις του.

«Ωε μανούλα μου», πετάχτηκε τρομαγμένα ο Κώστας. «Μήπως να το ακυώναμε και να το κάναμε κάποια άλλη μέα; Τα σημάδια του καιού με ανησυχούν».

«Μήπως να έβγαζες τον σκασμό καλύτερα;», απάντησε νευρικά ο Θωμάς και συνέχισε θυμωμένα, «που μου έμαθες να διαβάζεις τους οιωνούς και τα σημάδια. Δεν πάμε ρε στην αργοναυτική εκστρατεία… Και σου έχω πει, ότι δεν πιστεύω στην τύχη».

«Με συγχωείς… Το είχα ξεχάσει», απάντησε ο Κώστας μαλωμένος.

«Ενώ όλα τα άλλα τα θυμάσαι;».

«Ποια άλλα;».

Ο Θωμάς κοκκίνισε από τον θυμό. Προσπάθησε όμως με μικρές κοφτές ανάσες να ηρεμήσει και να ξαναβρεί την αυτοκυριαρχία του, στο τέλος μίλησε σιγανά αλλά αρκετά αυστηρά.

«Δεν έχω ιδέα, αν για την αφηρημάδα σου φταίει το γεγονός ότι είσαι μουσικός ή απλά ηλίθιος… Μπορεί να φταίνε και τα δύο, δεν ξέρω. Αυτό όμως που ξέρω, είναι ότι την επόμενη φορά που θα ανοίξεις το στόμα σου χωρίς να σε έχω ρωτήσει κάτι, θα φας ανάποδη… Αυτό τουλάχιστον μπορείς να το θυμάσαι; Ή θα πρέπει να στο γράψω με νότες;».

«Ηέμησε», είπε ο Κώστας αποφεύγοντας το θυμωμένο βλέμμα του φίλου του, «θα πάθεις κανένα έμφαγμα έτσι που κάνεις».

«Θα ηρεμήσω, όταν σταματήσεις να μιλάς».

Ο Κώστας έσκυψε το κεφάλι του αποκαρδιωμένος. Προσπάθησε να θυμηθεί, τι ακριβώς του είχε πει ο Θωμάς νωρίτερα στην καφετερία του αεροδρομίου για το πώς ακριβώς θα έκαναν την αεροπειρατεία. Αυτό όμως που θυμόταν ήταν, ότι εκείνος θα έπρεπε να κάθεται ήσυχος και αμίλητος, σε όλη τη διάρκεια της πτήσης. Το μοναδικό πράγμα που χρειαζόταν να κάνει, θα ήταν να σηκώσει ψηλά το χέρι του, όταν θα το σήκωναν και οι υπόλοιποι επιβάτες. 

Αλλά πότε και γιατί θα σήκωναν οι επιβάτες τα χέρια τους, ήταν κάτι που δεν του το είχε εξηγήσει ο Θωμάς.

Ο Κώστας έπιασε τον φίλο του από το μανίκι και το τράβηξε απαλά. 

«Συγνώμη που σε ενοχλώ πάλι, αλλά ακόμα δεν έχω καταλάβει πως ακιβώς θα το κάνουμε».

«Τι δεν έχεις καταλάβει ρε; Ότι θα χρειαστεί κάποια στιγμή να σηκώσεις το χέρι σου ψηλά, όταν δεις και τους υπόλοιπους να το κάνουν;».

«Και αν δεν σηκώσουν το χέι τους;», ρώτησε αγχωμένα ο Κώστας.

Ο Θωμάς τον κοίταξε σοβαρά και χωρίς ίχνος ειρωνείας του απάντησε.

«Αν δεν το σηκώσουν… Τότε για τα επόμενα τριάντα χρόνια, τη σίτιση και τη στέγαση μας, θα την αναλάβει το Ελληνικό κράτος».

Ο Κώστας έφερε αντανακλαστικά το χέρι του στο στόμα και η αγωνία αποτυπώθηκε στο πρόσωπο του, σαν αρνητικό παλιάς φωτογραφίας. Τότε μόνο συνειδητοποίησε, ότι ίσως εκείνο το πρωινό, να ήταν το τελευταίο του σαν ελεύθερος άνθρωπος. 

Έκλεισε τα μάτια και είδε τον εαυτό του, ντυμένο με μία φθαρμένη γκρίζα φόρμα, να στέκεται πίσω από μία ξεφλουδισμένη πράσινη πόρτα ενός μικρού κελιού. Είδε την φυλακισμένη του ύπαρξη, να σηκώνεται στις μύτες των ποδιών και από το μικροσκοπικό παράθυρο με τα σκουριασμένα κάγκελα, να ατενίζει ένα άδειο προαύλιο στρωμένο με χαλίκια. Στη μέση του προαύλιου χώρου, υπήρχε ένας λιτός, μικρός παιδικός τάφος… 

Και τότε ο φόβος τον κατέλυσε ολοκληρωτικά. 

Ο Θωμάς, βλέποντας τον φίλο του να καταρρέει ψυχολογικά από το άγχος του εγχειρήματος, τον έπιασε σφιχτά από τον ώμο και τον κούνησε δυνατά.

«Θα το σηκώσουν… Στο υπόσχομαι… Θα το σηκώσουν».

«Εντάξει Θωμά μου… Εντάξει», ψέλλισε βουρκωμένος ο Κώστας. «Σε εμπιστεύομαι».

Το βάρος εκείνου του, “σε εμπιστεύομαι”, έκανε τα γόνατα του Θωμά να λυγίσουν για μία στιγμή. Πήρε όμως μία βαθιά ανάσα και μίλησε για πρώτη φορά φιλικά, σχεδόν ζεστά.

«Θέλω να ηρεμήσεις. Εντάξει; Θα είναι μία δύσκολη μέρα, όλα όμως στο τέλος θα πάνε καλά».

Ο Κώστας του έγνεψε καταφατικά, προσπάθησε να χαμογελάσει λίγο, αλλά δεν τα κατάφερε. Τα λεπτά του χείλη συνέχιζαν να τρέμουν ανεξέλεγκτα, καθώς μέσα του, σαν δύο μανιασμένες αμαζόνες, η Αγωνία και η Ελπίδα, ξιφομαχούσαν μέχρι θανάτου. Και η δική του Ελπίδα είχε ήδη δεχτεί πολλές λαβωματιές, αιμορραγούσε πληγωμένη χρόνια τώρα.

Το μικρό λεωφορείο, σταμάτησε ακριβώς μπροστά από την μεγάλη μεταλλική σκάλα που οδηγούσε στο εσωτερικού του αεροσκάφους. Οι πόρτες άνοιξαν και οι επιβάτες άρχισαν να βγαίνουν έξω.

Μία παγωμένη ριπή αέρα χτύπησε το πρόσωπο του Κώστα, που σήκωσε το βλέμμα του και ατένισε με δέος το λευκό Α320. Δεν είχε ταξιδέψει ποτέ στη ζωή του με αεροπλάνο και εκείνο το αεροσκάφος μπροστά του φάνταζε θηριώδες.

«Μητέα του Χιστού», ψέλλισε και έμεινε να το χαζεύει με ανοιχτό το στόμα.

«Ώρες ώρες, με κουράζει αυτή η ιστορία με το “Ρο”», είπε ο Θωμάς. «Ακούγεσαι λες και μιλάς Φιλανδικά. Γιατί ρε κάνεις δύσκολη τη ζωή σου; Τι Μητέα του Χιστού;… Πες, “Παναγία μου” και είσαι μέσα».

Ο Κώστας αγνόησε το σχόλιο του φίλου του και συνέχισε να κοιτάζει εκστασιασμένος, το πελώριο -στα μάτια του- αεροπλάνο.

«Μας πως είναι δυνατόν αυτό το πάγμα να σηκώνεται από το έδαφος και να πηγαίνει ψηλά στον ουανό;», ρώτησε περισσότερο τον εαυτό του και λιγότερο τον Θωμά.

«Με νηστεία και προσευχή», τον ειρωνεύτηκε ο Θωμάς. «Άντε, προχώρα τώρα», είπε πιο δυνατά και έσπρωξε απαλά τον Κώστα προς τα μεταλλικά σκαλοπάτια.

Στην κορυφή της σκάλας, μπροστά από την πόρτα εισόδου του αεροσκάφους, στεκόταν η Ντίνα, με ένα φυσικό και εγκάρδιο χαμόγελο, καλοσωρίζοντας ζεστά τους επιβάτες.

Οι δύο φίλοι, αφού αντάλλαξαν εθιμοτυπικούς χαιρετισμούς μαζί της, μπήκαν μέσα ακολουθώντας τους υπόλοιπους και προχώρησαν απρόθυμα προς το εσωτερικό.

Το Α320 ήταν ένα αρκετά ευρύχωρο και άνετο αεροπλάνο. Ένας μεγάλος διάδρομος με παχιά γαλάζια μοκέτα, χώριζε στη μέση την καμπίνα, έχοντας δεξιά και αριστερά του από τρεις σειρές αναπαυτικών καθισμάτων, σκούρου μπλε χρώματος, με πορτοκαλί έντονες ραφές.

Οι μεγάλοι αποθηκευτικοί χώροι που βρίσκονταν πάνω από τις θέσεις των επιβατών, ήταν κατασκευασμένοι από μαλακό πλαστικό, βαμμένοι με μία βαθιά εκρού απόχρωση, που σε συνδυασμό με τον ωχρό χαμηλό φωτισμό, συνέθεταν έναν ιδιαίτερα ζεστό και φιλόξενο χώρο. 

Στη μέση περίπου της καμπίνας, τους περίμενε η Ανδριάνα, που αφού κοίταξε τους αριθμούς θέσεων των εισιτηρίων τους, ρώτησε ευγενικά τον Κώστα, με ένα σχεδόν τέλεια σχηματισμένο χαμόγελο, να αστράφτει κόκκινο και ποθητό πάνω στο πανέμορφο της πρόσωπο.

«Παράθυρο ή διάδρομο;». 

«Οίστε;», ρώτησε απορημένος εκείνος.  

«Σε ρωτάει», πετάχτηκε ο Θωμάς με μία χαλαρή φυσικότητα, «αν θέλεις να καθαρίσεις το παράθυρο ή να σφουγγαρίσεις τον διάδρομο. Είμαστε στην οικονομική θέση και θα πρέπει να κάνουμε κάποιες μικρές δουλειές κατά τη διάρκεια της πτήσης».

Ο Κώστας εντελώς χαμένος πηγαινόφερνε το βλέμμα του μεταξύ του Θωμά και της Ανδριάνας προσπαθώντας να καταλάβει αν ο φίλος του μιλούσε σοβαρά. Το χαμηλόφωνο όμως γαργαριστό γελάκι της όμορφη αεροσυνοδού, του έλυσε την απορία.

«Ο φίλος σας αστειεύεται», είπε στο τέλος ζεστά.

«Μπες μέσα», του πρότεινε με μία κίνηση του χεριού του ο Θωμάς δείχνοντας του τη θέση δίπλα στο παράθυρο, «απόλαυσε τη θέα, γιατί πολύ φοβάμαι ότι το επόμενο παράθυρο που θα αντικρίσεις θα έχει κάγκελα».

Η Ανδριάνα και ο Κώστας τον κοίταξαν απορημένα. Ο Θωμάς όμως δεν φάνηκε να χάνει την καλή του διάθεση, γύρισε προς την Ανδριάνα και της είπε μιλώντας χαμηλόφωνα και συνωμοτικά, κλείνοντας της ταυτόχρονα το μάτι.

«Τον επιστρέφω στο Ίδρυμα».

«Είστε πολύ αστείος», είπε εκείνη γελώντας χαριτωμένα.

«Και εσείς είστε πολύ όμορφη… Πείτε μου όμως κάτι», συνέχισε ήρεμα ο Θωμάς. 

«Την ταινία “Rainy man”, την έχετε δει;».

Η Ανδριάνα το σκέφτηκε για λίγο σουφρώνοντας τα χείλια. «Ναι», απάντησε στο τέλος διστακτικά.
 
«Αυτός», είπε ο Θωμάς με ένα ειρωνικό χαμόγελο και έδειξε τον Κώστα, «είναι ο Dustin Hoffman». Υπονοώντας ότι ο φίλος του είναι νοητικά καθυστερημένος, όπως ο ήρωας που είχε ενσαρκώσει ο γνωστός ηθοποιός σε εκείνη την ταινία.

Η αεροσυνοδός γύρισε προς τον Κώστα και τον περιεργάστηκε για λίγο, στο τέλος με μία αθώα έκφραση, σαν μικρό παιδί που δεν πιστεύει πια στον Άγιο Βασίλη, είπε στον Θωμά.

«Με κοροϊδεύετε… Ο Dustin Hoffman, είναι πολύ μεγαλύτερος σε ηλικία».

Ο Θωμάς την κοίταξε ανέκφραστος. «Τελικά η αντίληψη σας είναι αντιστρόφως ανάλογη της ομορφιάς σας».

«Τι σημαίνει αυτό;», ρώτησε η Ανδριάνα μουτρωμένη, χωρίς όμως να είναι σίγουρη, για το αν την είχε προσβάλει ή όχι, εκείνος ο κοντός κύριος με το σπινθηροβόλο βλέμμα, που το σουλούπι του έμοιαζε, σα να ήταν γιος του Alfred Hitchcock.

«Σημαίνει, ότι είστε περισσότερο έξυπνη από όσο δείχνετε», απάντησε ήρεμα ο Θωμάς.

«Σας ευχαριστώ πολύ», αποκρίθηκε σεμνά εκείνη, με το χαμόγελο και ένα μικρό κοκκίνισμα να επιστέφουν στο πρόσωπο της.

«Να είστε καλά», είπε ο Θωμάς και κάθισε επιτέλους δίπλα στον Κώστα.

Η Ανδριάνα τον περιεργάστηκε για λίγο ακόμα, υπήρχε κάτι επάνω του, που το έβρισκε πολύ γοητευτικό. Στο τέλος, αφού του χάρισε ένα ακόμα λαμπερό χαμόγελο γύρισε την πλάτη της και συνέχισε να εξυπηρετεί τους υπόλοιπους επιβάτες.

«Έτσι μου έρχεται», είπε στον Κώστα ο Θωμάς, «να πάω στο πιλοτήριο και να ρωτήσω τον κυβερνήτη, πόσο μας κάνει ένα και ένα. Γιατί αν έχει περάσει και εκείνος την ίδια αξιολόγηση με τούτην εδώ, τότε θα έχουμε τεράστιο πρόβλημα».

«Εμένα μου φάνηκε πολύ γλυκιά και ευγενική, αλλά φαίνεται το έχεις σε κακό να πεις καλή κουβέντα για κάποιον. Πάντα κάτι θα σου φταίει».

«Πως το έκανες αυτό;», ρώτησε έκπληκτος ο Θωμάς.

«Ποιο;», απάντησε απορημένος ο Κώστας.

«Μιλάς τόση ώρα και δεν χρησιμοποίησες ούτε ένα “Ρο”. Για μία στιγμή νόμιζα, ότι από τον φόβο, σου έφυγε το ψεύδισμα».

«Είσαι απαάδεκτος και γκινιάης», είπε θυμωμένα ο Κώστας.

«Πολύ καλύτερα…», ειρωνεύτηκε ο Θωμάς και συνέχισε, «θα μου κάνεις μία χάρη;».

«Τι θέλεις;».

«Μπορείς σε παρακαλώ να πεις : Γκρίζος κρατήρας;», είπε γελώντας ο Θωμάς.

Ο Κώστας αφού του έριξε ένα οργισμένο βλέμμα, γύρισε απογοητευμένος το κεφάλι και κοίταξε έξω από το παράθυρο τη βροχή, που έπεφτε με δύναμη, σε μία ανέλπιδα προσπάθεια να ξεπλύνει τον κόσμο από τους εφιάλτες και τις αμαρτίες.

Ένας ψηλός άντρας, περίπου τριάντα χρονών, ήρθε και κάθισε δίπλα στον Θωμά, που γύρισε το κεφάλι του και άρχισε να τον παρατηρεί. Είχε πυκνά ξανθά μαλλιά και λίγων ημερών γένια, στην ίδια περίπου απόχρωση, ήταν όμορφος και από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, ο Θωμάς υπέθεσε ότι θα πρέπει να ήταν Σκανδιναβός. Ο άντρας γύρισε και του χαμογέλασε φανερώνοντας μέσα από τα σαρκώδη καλοσχηματισμένα του χείλη, μία σχεδόν τέλεια ολόλευκη οδοντοστοιχία, σαν και εκείνες που βλέπεις στις διαφημίσεις για τις οδοντόκρεμες. 

Ο Θωμάς του ανταπέδωσε με μία ευγενική κίνηση του κεφαλιού τον χαιρετισμό. 

Τα γαλάζια του μάτια ήταν καθαρά και καλοσυνάτα και έμοιαζε αρκετά με τον ηθοποιό που είχε ενσαρκώσει τον Θώρ στην ομώνυμη ταινία. 

Ξαφνικά το ένστικτο του χτύπησε συναγερμό. 

Αστάθμητος παράγοντας, κρυμμένα δεδομένα… Θεωρία του Χάους.

Η ευαίσθητη εξάρτηση της κίνησης από τις αρχικές προθέσεις.

Ο Θωμάς γνώριζε ότι όλα κρέμονταν από μία κλωστή, οι ισορροπίες ήταν λεπτές και η επιτυχία θα στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά, στην ικανότητα του να προσαρμόζεται στις αναπάντεχες και ξαφνικές εμφανίσεις νέων δεδομένων.
 
Δεν μπορούσε να προβλέψει ή να υπολογίσει τα πάντα και έτσι το ένστικτο του ήταν κάτι που δεν είχε την πολυτέλεια να αγνοήσει. Και εκείνη τη στιγμή, το ένστικτο του φλεγόταν, για τον όμορφο σιωπηλό νεαρό που καθόταν δίπλα του…


Συνεχίζεται…
 
 
Του 'Εκτορα Δέλτα                                                     Μάθετε περισσότερα στην σελίδα της Youropia
 και ακολουθήστε τον Έκτορα Δέλτα.






Αφήστε το σχόλιό σας

Το σχόλιό σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!
Μόλις ελεγχθεί από το διαχειριστή θα δημοσιευτεί.







Σχόλια


Evi Kaloudi στις 20/02/2013 08:46:59
Πολύ ωραίο κείμενο γρήγορο, με χιούμορ και σε κρατάει....
ευθυμια στις 20/02/2013 08:23:34
Καλη συνέχεια, ευχαριστούμε
Κώστας στις 20/02/2013 08:21:41
ΕΘΙΣΤΙΚΟ !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! Αναμένουμε με αγωνία !!!!!!!!!!!!!!!!!
Το όνομά σας... στις 19/02/2013 23:44:56
Απο τη συγκινηση στην αγωνια!Εντονες εναλλαγες συναισθηματων!Εξαιρετικα ενδιαφερουσες εξελιξεις!Καλη συνεχεια!!
ΜΠΕΚΡΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ στις 19/02/2013 21:26:58
Ο συγγραφέας συνεχίζει να μας κρατά σε αγωνία......
ΣΟΦΙΑ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ στις 19/02/2013 20:53:51
ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ ΓΙΑΝΝΗ!!!ΑΠ''ΟΛΑ ΕΧΕΙ ΜΕΣΑ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑΥΤΟ ΤΟ ΒΡΙΣΚΩ ΠΟΛΥ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ!!!ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ Η ΠΡΑΞΗ ΠΟΥ ΔΙΑΔΡΑΜΑΤΙΖΕΤΑΙ ΑΛΛΑ ΠΕΡΝΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΝΟΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΕΜΑΤΑ....ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ...ΣΠΟΥΔΑΙΑ!!!!ΚΑΛΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ..ΚΑΙ ΑΝΑΜΟΝΗ...ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ......ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!!!!