Youropia Flag

Θεσσαλονίκη - Αθήνα vol. 4 "Δώρα και λέξεις"


"Η youropia και ο καταξιωμένος συγγραφέας, Έκτορας Δέλτα, πρωτοπορούν και σας παρουσιάζουν με μεγάλη χαρά το πρώτο διαδραστικό διήγημα στο χώρο του ελληνικού διαδικτύου! Από την Τρίτη 22/1, ξεκίνησε η δημοσίευση της διαδραστικής ιστορίας με τίτλο, «Θεσσαλονίκη - Αθήνα». Κάθε Τρίτη αναρτάται και ένα νέο κεφάλαιο. Tο τέλος, όμως, της απρόβλεπτης αυτής ιστορίας θα το καθορίσετε εσείς, μετά από ψηφοφορία"!


 "Δώρα και λέξεις"

 

 

«Ήταν μία χειμωνιάτικη μέρα του 1995 στη Ρώμη. Η πρωινή πτήση επιστροφής προς την Αθήνα, είχε ματαιωθεί εξαιτίας ενός τεχνικού προβλήματος στον κινητήρα του αεροσκάφους και έτσι θα έπρεπε να περιμένουμε αρκετές ώρες, ώσπου να έρθουν τα ανταλλακτικά από την Ελλάδα. Τελικά η εταιρεία μας ενημέρωσε, ότι το δρομολόγιο θα γινόταν αργά το ίδιο βράδυ. Έχοντας λοιπόν, άφθονο χρόνο στη διάθεση μου, αποφάσισα να πάω μία βόλτα μέχρι το κέντρο της πόλης».

Ο Δημήτρης ήπιε μία γουλιά από τον καφέ του και συνέχισε χαμογελαστά την αφήγηση του.

«Το πρώτο πράγμα, που σου κάνει εντύπωση στη Ρώμη, δεν είναι ούτε η αρχιτεκτονική της, ούτε τα επιβλητικά κτήρια του ιστορικού της παρελθόντος. Όχι, είναι η οδική συμπεριφορά των κατοίκων της. Τόσο οι οδηγοί όσο και οι πεζοί, αγνοούν επιδεικτικά τον κώδικα κυκλοφορίας, με ότι αυτό συνεπάγεται. Οι φωτεινοί σηματοδότες και τα STOP, φαίνεται ότι υπάρχουν μόνο για να ομορφαίνουν την πόλη, αφού κανείς τους δεν υπακούει σε αυτά.
 
Και όμως, αν παρατηρήσεις από μακριά τον τρόπο που μετακινούνται οι Ιταλοί, θα νιώσεις έναν ρυθμό στην κίνηση τους. Είναι σα να παρακολουθείς ένα διαρκές βαλς, μεταξύ οχημάτων και ανθρώπων. Οι κάτοικοι της Ρώμης, περπατούν, οδηγούν και ελίσσονται σε ένα συνεχές χορευτικό μοτίβο τριών τετάρτων, λες και όλοι ακούν ταυτόχρονα το ίδιο μουσικό κομμάτι».

Ο Δημήτρης σταμάτησε την αφήγηση του και με το δεξί του χέρι, άρχισε να ζωγραφίζει στον αέρα την ρυθμική αγωγή των τριών τετάρτων, μουρμουρίζοντας ταυτόχρονα τον ρυθμό.

«Τούμ, πα πα… Τούμ, πα πα…».

Οι δύο αεροσυνοδοί και ο Χάρης χαμογέλασαν.

«Ναι, ακούγεται αστείο αλλά είναι πραγματικότητα», είπε και συνέχισε χαριτολογώντας, «νομίζω, πως αντί για εξετάσεις οδήγησης, οι Ιταλοί δίνουν διαγωνισμό στον χορό για να πάρουν το δίπλωμα τους. Το παράδοξο όμως είναι, ότι δεν γίνονται συχνά ατυχήματα, τουλάχιστον όχι μεταξύ των ντόπιων.
 
Συνήθως οι τουρίστες, που αργούν να καταλάβουν αυτή την ιδιόρρυθμη συμπεριφορά εμπλέκονται σε τροχαία. Ιδιαίτερα οι Γερμανοί, που είναι από τη φύση τους νομοταγείς και άκαμπτοι, έχουν τεράστιο πρόβλημα στην Ιταλία. Οι Ιταλοί, λατρεύουν να πατούν τους Γερμανούς με τα αυτοκίνητα τους».

«Έχω την αίσθηση ότι υπερβάλεις λίγο», είπε ήρεμα ο Χάρης.

«Εγώ τον πιστεύω», ανταπάντησε σοβαρά η Ανδριάνα. «Και χαίρομαι πολύ που δεν είμαι Γερμανίδα, γιατί έτσι θα μπορώ να κυκλοφορώ άφοβα στη Ρώμη».

«Τελικά εσύ κοπέλα μου, είσαι περιορισμένης ευθύνης», είπε η Ντίνα κουνώντας απογοητευμένα πάνω κάτω το κεφάλι της.

«Δεν καταλαβαίνω γιατί το λες αυτό. Αν θες να ξέρεις, όλοι μου λένε, ότι είμαι ένα πολύ υπεύθυνο κορίτσι», απάντησε μουτρωμένα η Ανδριάνα.

Ο Χάρης, η Ντίνα και ο Δημήτρης γύρισαν ταυτόχρονα και την κοίταξαν απορημένα.

«Αλήθεια σας λέω», είπε στεναχωρημένα η νεαρή αεροσυνοδός, που δεν είχε αντιληφθεί τον σαρκασμό της Ντίνας.

«Σε πιστεύουμε κορίτσι μου», είπε ο Δημήτρης γλυκά, αγνοώντας την υποτιμητική ματιά του γιου του, που στόχο είχε τις ρηχές και επιπόλαιες επιλογές του στις γυναίκες.

«Σας ευχαριστώ κύριε Κυβερνήτη», απάντησε η νεαρή κοπέλα ρίχνοντας ταυτόχρονα ένα αυστηρό βλέμμα δικαίωσης στον Χάρη και στη Ντίνα. 

«Τέλος πάντων», είπε ο Δημήτρης και συνέχισε την ιστορία του. «Αν και ψιλόβρεχε αποφάσισα να περπατήσω κατά μήκος του Τίβερη, που είχε φουσκώσει εκείνη τη μέρα από τη βροχή. Το χρώμα των νερών είχε μία άρρωστη κιτρινωπή απόχρωση, σαν το δέρμα ενός ετοιμοθάνατου γέρου. Κατευθύνθηκα μακριά από τα τουριστικά αξιοθέατα, προς την παλιά πόλη, στην ακριβώς αντίθετη πλευρά από το Κολοσσαίο. Στον αέρα υπήρχε μία ελαφριά οσμή μούχλας και βρεγμένων ρούχων. 

Περπατούσα και σκεφτόμουν πόσο είχε αλλάξει η ζωή μου, δεν είχε περάσει ούτε ένας χρόνος από τη στιγμή που αποστρατεύτηκα και είχα ήδη αρχίσει μία νέα καριέρα στην πολιτική αεροπορία. Προσπαθούσα όμως ακόμα, να βρω τους ρυθμούς μου και να συνηθίσω την καινούρια πραγματικότητα, μακριά από την αυστηρή στρατιωτική πειθαρχεία και το καθήκον προς την πατρίδα. 

Όλα έμοιαζαν να κυλούν πιο αργά, πιο ήρεμα. Η αλήθεια είναι, ότι ήμουν ευχαριστημένος με τη ζωή μου και είχα μπροστά μου μία καλή ευκαιρία για να αναπληρώσω τον χαμένο χρόνο, που είχα περάσει μακριά από την οικογένεια μου. Ο γάμος μου με την Αλεξάνδρα, τη μάνα του Χάρη, αν και δεν ήταν παραμυθένιος, ήταν χτισμένος με αγάπη και σεβασμό… 

Κάποια στιγμή, κουρασμένος από το περπάτημα και τις σκέψεις, σταμάτησα μπροστά από ένα παλιό γραφικό κοσμηματοπωλείο και μέσα από τη στενάχωρη βιτρίνα του, άρχισα να χαζεύω τα κοσμήματα, που βρίσκονταν άτακτα αραδιασμένα, πάνω σε μία πράσινη πολυκαιρισμένη τσόχα. Τα θολά κιτρινισμένα τζάμια, του σχεδόν ετοιμόρροπου από την υγρασία μαγαζιού, έκρυβαν τις λεπτομέρειες τους.
 
Το βλέμμα μου όμως, έπεσε πάνω σε μία λεπτή χρυσή αλυσίδα, που είχε περασμένο ένα κρεμαστό, κατακόκκινο αστραφτερό Άλφα. Εκείνο το μικρό κόκκινο γράμμα, που ήταν φτιαγμένο από ένα άγνωστο προς εμένα πολύτιμο λίθο, με μάγεψε. Ίσως να έφταιγε και το γεγονός, ότι το όνομα της γυναίκας μου άρχιζε από Άλφα. 

Όπως και να έχει, έσπρωξα την ξύλινη πόρτα που με ένα απαλό τρίξιμο άνοιξε και μπήκα μέσα στο μικρό μαγαζί. Στο εσωτερικό του, είχε σχηματιστεί ένα γκρίζο πέπλο ομίχλης από τον καπνό του τσιγάρου. Προχώρησα προς το βάθος και βρήκα εκεί τον γέρο κοσμηματοπώλη, να κάθεται πίσω από ένα μεγάλο ξύλινο πάγκο εργασίας και να καπνίζει αμέριμνα. Ο γέροντας κατέβασε στη μύτη του, τα μικρά στρογγυλά γυαλιά του και με κοίταξε με περιέργεια. Έμοιαζε, σα να είχε μόλις βγει από κάποιον πίνακα του Ιακωβίδη. Με νοήματα και σπαστά ιταλικά τον κατάφερα να σηκωθεί και να με ακολουθήσει μέχρι τη μικρή βιτρίνα. 

Του έδειξα το κόσμημα και τον παρακάλεσα να μου το ετοιμάσει για δώρο. “Per la tua amata; ” με ρώτησε χαμογελώντας με βραχνή φωνή. Αντί για απάντηση, σήκωσα το δεξί μου χέρι δείχνοντας του τη βέρα μου. Ο συμπαθητικός γεράκος αφού την κοίταξε για λίγη ώρα, στο τέλος ένωσε τα χέρια του και τα άγγιξε ευγενικά πάνω στο στήθος του. Με απαλές μικρές κινήσεις, μπρός πίσω, προσομοίασε μία παλλόμενη καρδιά. “ Αmore eterno ”, μου ψιθύρισε χαμογελώντας καλοκάγαθα. “ Αmore eterno ”…
 
Εκείνη τη στιγμή, για πρώτη φορά στη ζωή μου, συνειδητοποίησα πόσο πολύ την αγαπούσα. Ένιωσα την καρδιά μου να σταματά για λίγο και αμέσως μετά να ξαναρχίζει να χτυπά, λίγο πιο δυνατά, σε ένα όμως διαφορετικό, πρωτόγνωρο ρυθμό... Στον ρυθμό της αγάπης.

Δεν ήμουν ρομαντικός και δεν εξέφραζα σχεδόν ποτέ, αυτά που αισθανόμουν. Πάντοτε ένιωθα άβολα με τις λέξεις του Έρωτα, τις θεωρούσα τερτίπια των ποιητών. Μου αρκούσε να το δείχνω, με ένα δικό μου τρόπο. Ακόμα και με τα δώρα ήμουν φειδωλός, πίστευα ότι δεν είχαν κάτι να προσφέρουν σε μία σχέση. Εκείνο όμως το πανέμορφο κόκκινο κόσμημα, ένιωσα ότι θα σηματοδοτούσε μία νέα αρχή, για εμένα και την Αλεξάνδρα. Ίσως είχε έρθει ο καιρός, να ανοίξω περισσότερο την καρδιά μου».

Ο Δημήτρης σταμάτησε για λίγο να μιλάει, αναστέναξε και κοίταξε τον γιό του. 

Ο Χάρης είχε χαμηλώσει το κεφάλι, προσποιούμενος ότι ασχολείται με τις ενδείξεις των συστημάτων του αεροσκάφους. Οι ψηφιακοί πρασινωποί αριθμοί των οθονών μπροστά του, ιρίδιζαν πάνω στα υγρά του μάτια, ανίκανοι όμως να κρύψουν τη θλίψη από το βλέμμα του.
 
Δεν είχε ξανακούσει τον πατέρα του να μιλάει με αυτόν τον τρόπο.

Η Ανδριάνα και η Ντίνα κάθονταν αμίλητες, συνεπαρμένες από τη διήγηση του Δημήτρη, σαν μικρά εγγονάκια μπροστά από το τζάκι, που ακούν με προσοχή τον παππού τους να τους αφηγείται κάποιο παραμύθι.

«Ο γέροντας», συνέχισε ο Δημήτρης διαισθανόμενος την αμηχανία και τη στεναχώρια του γιού του, «πήρε το κόσμημα από τη βιτρίνα και επέστρεψε στον πάγκο του στο βάθος του μαγαζιού. Από ένα συρτάρι, έβγαλε ένα μικρό στρογγυλό, κόκκινο κουτί από βελούδο και έβαλε μέσα του το πανέμορφο κόσμημα. Τον ρώτησα τι του χρωστάω, όμως εκείνος κούνησε το κεφάλι του αριστερά δεξιά, αρνούμενος να δεχτεί λεφτά. Απόρησα και του είπα ότι δεν θα το έπαιρνα αν δεν με άφηνε να το πληρώσω. “Il denaro non puo comprare, i doni dell’ amore”, μου είπε ευγενικά και έβαλε το κόκκινο κουτάκι στην τσέπη του σακακιού μου».

«Τι σημαίνει αυτό;», ρώτησε σχεδόν εκστασιασμένη η Ανδριάνα.

«Σε ελεύθερη μετάφραση», απάντησε η Ντίνα, «σημαίνει : Ότι δεν μπορείς με χρήματα να αγοράσεις δώρα αγάπης».

Η Ανδριάνα παίρνοντας μία κοφτή ανάσα, έφερε το χέρι της στο στόμα εμφανώς συγκινημένη.

Ο Δημήτρης έβγαλε από το πακέτο του ένα τσιγάρο και το έπαιξε για λίγο με τα δάχτυλα του.

«Ούτε να το σκεφτείς», του είπε ο Χάρης αυστηρά, χωρίς να γυρίσει όμως να τον κοιτάξει.

Ο πατέρας του, χαμογέλασε κουρασμένα και άναψε το τσιγάρο.

«Θα μου φέρεις σε παρακαλώ ένα μικρό πλαστικό ποτηράκι με λίγο νερό, για τασάκι;» ρώτησε ευγενικά την Ανδριάνα.

«Αμέσως», είπε η νεαρή αεροσυνοδός και σε ελάχιστο χρόνο επέστρεψε με το ποτηράκι, ανήσυχη, μήπως και χάσει κάτι από την ιστορία.

«Επέστρεψα αργότερα στο αεροδρόμιο, ανυπομονώντας να πετάξω και να γυρίσω κοντά της. Ο καιρός ήταν περίπου σαν τον σημερινό, θα πετούσαμε μέσα σε άγρια καταιγίδα. Το ταξίδι όντως, αποδείχτηκε εξαιρετικά δύσκολο. Η θύελλα δοκίμασε τα όρια τα δικά μας αλλά και του αεροσκάφους. Τη στιγμή όμως της καθόδου και καθώς προσέγγιζα τον διάδρομο προσγείωσης στο Ελληνικό, ο επισκευασμένος κινητήρας τυλίχτηκε ξαφνικά στις φλόγες, χάνοντας αμέσως όλη του την ισχύ. Ήμασταν ήδη πολύ χαμηλά και δεν μπορούσα να ρισκάρω ένα, touch and go.

Οι έντρομες φωνές των επιβατών από την καμπίνα, που έβλεπαν τη φωτιά να εξαπλώνεται στο φτερό, έφταναν στο πιλοτήριο ανεβάζοντας κατακόρυφα την ένταση. Το αεροσκάφος συνέχιζε να κατεβαίνει με μεγάλη ταχύτητα προς τον διάδρομο. Σκέφτηκα τις οικογένειες τους, τα παιδιά τους… Τις δικές τους Αλεξάνδρες.
 
Ίσως και αυτοί σαν και εμένα, να κρατούσαν κάποιο σημαντικό δώρο, ορόσημο μίας νέας αρχής. Ίσως απλά να ήθελαν μία ακόμα ευκαιρία, για να εκφράσουν λόγια αγάπης, που για χρόνια είχαν μείνει ανείπωτα. Κράτησα με όλη μου τη δύναμη τα πηδάλια. Ότι και να γινόταν εκείνη τη νύχτα, τα δώρα και οι λέξεις θα έβρισκαν τους παραλήπτες τους… Οι τροχοί του φλεγόμενου αεροσκάφους, με έναν στριγκό απόκοσμο ήχο, άγγιξαν τον βρεγμένο διάδρομο».
 
Ο Δημήτρης σταμάτησε για λίγο την αφήγηση και έριξε το μισοτελειωμένο του τσιγάρο να σβήσει, μέσα στο ποτηράκι με το νερό .

«Πείτε μου ότι τα καταφέρατε», είπε με αγωνία η Ανδριάνα.

«Ελπίζω να αντιλαμβάνεσαι, ότι αν δεν τα είχε καταφέρει, δεν θα άκουγες τώρα την ιστορία», της απάντησε ήρεμα η Ντίνα. «Τουλάχιστον όχι από τον ίδιο».

Ο Δημήτρης χαμογέλασε και συνέχισε πιο κουρασμένα. 

«Το αεροσκάφος άντεξε στην προσγείωση και όλοι κατέβηκαν ασφαλείς. Λίγο αργότερα στην αίθουσα των αφίξεων, οι επιβάτες έρχονταν και με αγκάλιαζαν με δάκρυα στα μάτια, ευχαριστώντας με. Ήμασταν όλοι πολύ συγκινημένοι, μα πάνω από όλα ευγνώμονες που θα βλέπαμε μία ακόμα ανατολή... 
 
Ξημερώματα πια έφτασα στο σπίτι μου, μπήκα μέσα όσο πιο σιγά μπορούσα για να μην τους ξυπνήσω. Πήγα πρώτα στο δωμάτιο του Χάρη, που τότε πρέπει να ήταν δώδεκα χρονών, γονάτισα στο προσκέφαλο του και του έδωσα ένα τρυφερό φιλί στα ανακατωμένα του μαλλιά, που μύριζαν κακάο και βανίλια… Άφησα πάνω στο μικρό του κομοδίνο το τραινάκι που μου είχε ζητήσει και πήγα στην κρεβατοκάμαρα…».

«Πύργος Ελέγχου προς πτήση Α220», η φωνή από τον ασύρματο έκοψε απότομα την αφήγηση του Δημήτρη.

«Πτήση Α220, προβείτε», απάντησε σχεδόν αμέσως ο Χάρης.

«Σε πέντε λεπτά αρχίζει η επιβίβαση».

«Καλώς», είπε ο Χάρης και γύρισε προς τον πατέρα του, κάνοντας του ένα απαλό νεύμα για να συνεχίσει την ιστορία του. Ένιωθε πόσο σημαντικό ήταν για εκείνον, να τα βγάλει επιτέλους από μέσα του, να λυτρωθεί.

«Μπήκα μέσα στο δωμάτιο», είπε απρόθυμα ο Δημήτρης με σπασμένη φωνή. 

«Ξάπλωσα δίπλα της, κρατώντας στο χέρι το μικρό κόκκινο κουτάκι και της έδωσα ένα φιλί στο μάγουλο. Το πρόσωπο της ήταν παγωμένο… Δεν άργησα να καταλάβω… Έβαλα τις φωνές, την κουνούσα βίαια προσπαθώντας να την ξυπνήσω… Μάταια, στο τέλος την πήρα στην αγκαλιά μου και έκλαψα για πρώτη φορά στη ζωή μου.
 
Οι γιατροί αργότερα με ενημέρωσαν, ότι έπασχε από μία σπάνια καρδιακή ασθένεια. Ήταν μόλις τριάντα οκτώ χρονών. Θυμάμαι, ότι τις τρεις επόμενες μέρες, τις πέρασα αγκαλιά με τον Χάρη τρώγοντας παγωτό και βλέποντας κινούμενα σχέδια στην τηλεόραση. Προσπάθησα να του εξηγήσω… Προσπάθησε να καταλάβει…».

Η Ντίνα σηκώθηκε και άγγιξε τον Δημήτρη τρυφερά στον ώμο, έσκυψε και του έδωσε ένα φιλί στο υγρό του μάγουλο. Η ατμόσφαιρα στο πιλοτήριο είχε βαρύνει, τέσσερεις άνθρωποι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, κρατούσαν με δυσκολία τα δάκρυα τους, ενωμένοι από εκείνη τη θλιβερή ιστορία της ανεκπλήρωτης αγάπης.

«Τι απέγινε το κόκκινο κόσμημα;», ρώτησε στο τέλος αδύναμα η Ανδριάνα, με μία παιδική αφέλεια που μπορούσες να της συγχωρήσεις τα πάντα. 

«Χάθηκε… Τι σημασία έχει…», αποκρίθηκε απογοητευμένα ο Δημήτρης.

Μόνο η Ντίνα, πρόλαβε και είδε την κλεφτή, γρήγορη ματιά που έριξε ο Δημήτρης στο κρεμασμένο του σακάκι και αμέσως κατάλαβε. 

Γύρισε την πλάτη της και βγήκε γρήγορα από το πιλοτήριο για να μην τη δουν να κλαίει από συγκίνηση…
   
 
Συνεχίζεται…

Του Έκτορα Δέλτα                                                          
 
                                                                                                                  Μάθετε περισσότερα στην σελίδα της Youropia
 και ακολουθήστε τον Έκτορα Δέλτα.
 
 

 







Αφήστε το σχόλιό σας

Το σχόλιό σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!
Μόλις ελεγχθεί από το διαχειριστή θα δημοσιευτεί.







Σχόλια


Κατερίνα Μπέκρου στις 13/02/2013 21:20:45
απλά υπέροχο................. τόσο συγκινητικό, τόσο ανθρώπινο, τόσο αληθινό.....
sofiakiriakidoy@gmail.com στις 13/02/2013 09:47:30
ΔΥΝΑΤΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ......ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ......Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ....ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟΝ ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΟΥΜΕ................
Το όνομά σας... στις 13/02/2013 08:55:26
!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! Συγχαρητήρια !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ στις 12/02/2013 21:18:08
ΥΠΕΡΟΧΟ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ....Σ' ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ...
Μαρία Κρητικού στις 12/02/2013 20:48:23
“Il denaro non puo comprare, i doni dell’ amore”.Υπέροχο και αυτό το κεφάλαιο!Περιμένουμε με αγωνία τη συνέχεια..!