Youropia Flag

Θεσσαλονίκη - Αθήνα vol. 2 "Ο έμπιστος Θωμάς"


"Η youropia και ο καταξιωμένος συγγραφέας, Έκτορας Δέλτα, πρωτοπορούν και σας παρουσιάζουν με μεγάλη χαρά το πρώτο διαδραστικό διήγημα στο χώρο του ελληνικού διαδικτύου! Από την Τρίτη 22/1, ξεκίνησε η δημοσίευση της διαδραστικής ιστορίας με τίτλο, «Θεσσαλονίκη - Αθήνα». Κάθε Τρίτη αναρτάται και ένα νέο κεφάλαιο. Tο τέλος, όμως, της απρόβλεπτης αυτής ιστορίας θα το καθορίσετε εσείς, μετά από ψηφοφορία"!


 
"Ο έμπιστος Θωμάς"

 

Προσπαθούσε να αναπνεύσει με μικρές κοφτές ανάσες. Σχεδόν σπαρταρούσε, σαν ψάρι έξω από το νερό. Ένιωθε την καρδιά του, να χοροπηδά σαν τρελή μέσα στο στήθος του και για μία στιγμή φοβήθηκε ότι το λεπτοκαμωμένο, φιλάσθενο σώμα του δεν θα άντεχε την αγωνία της σύλληψης και θα σωριαζόταν άψυχο, πάνω στο παγωμένο πάτωμα του βρώμικου αεροδρομίου. Τα χέρια του έτρεμαν ανεξέλεγκτα από τον φόβο, με δυσκολία τα σήκωσε ψηλά. Δεν σκεφτόταν ούτε τη φυλακή, ούτε το ξύλο που πιθανώς θα έτρωγε από την αστυνομία και ένας Θεός μόνο γνώριζε πόσο πολύ φοβόταν το ξύλο. 

Όχι, η μοναδική του σκέψη, ήταν ο μικρός Γιωργάκης, που είχε κουρνιάσει σαν τρομαγμένο πουλάκι μέσα στο μυαλό του, απροστάτευτος και μόνος, καταδικασμένος σε θάνατο από την ανημποριά του άχρηστου θείου του.

«Πως λέγεσαι;», τον ρώτησε ο άντρας που στεκόταν από πίσω του, με βραχνή βαριά φωνή.

«Παλαιολόγλου… Κώστας… Παλαιολόγλου», ψέλλισε.

«Σταμάτα ρε να κάνεις σα γαλοπούλα».

«Τι;», ρώτησε απορημένος ο Κώστας και γύρισε δειλά προς το μέρος του άντρα που ήταν πίσω του. 
 
Ο Θωμάς χαχάνιζε με ευχαρίστηση σα μικρό παιδί, ικανοποιημένος από το αστείο που είχε κάνει στον φίλο του. Ο Κώστας ξαφνιασμένος αλλά και ανακουφισμένος ταυτόχρονα, άρχισε να του φωνάζει, εκτονώνοντας την ένταση και την αγωνία του. 

«Είσαι τελός; Είναι ώα αυτή για αστεία και βλακείες; Ήματον, ε Θωμά… Ήματον».

«Κατέβασε ρε κάτω τα χέρια», είπε ο Θωμάς γελώντας.

Ο Κώστας κοίταξε απορημένος τα χέρια του, τα είχε όντως ακόμα σηκωμένα ψηλά. Τα κατέβασε απογοητευμένος και έκατσε απέναντι από τον φίλο του, που είχε ήδη βολευτεί και τον περιεργαζόταν χαμογελώντας.

«Κοίτα φάτσα ο Αλ Κάιντας», μονολόγησε σχεδόν ο Θωμάς.

«Θα συνεχίσεις για πολύ ώα ακόμα τις ύβεις;».

«Ποιες;».

«Να με κοοϊδεύεις… Θα το συνεχίσεις για πολύ ώα;».

«Θέλεις καφέ;», τον ρώτησε ήρεμα ο Θωμάς, που φάνηκε ξαφνικά να σοβαρεύεται. Ο Κώστας έσκυψε θλιμμένα το κεφάλι. «Δεν έχω άλλα λεφτά... », είπε ντροπιασμένα. Ο φίλος του σηκώθηκε αργά και πήγε προς την καφετέρια του αεροδρομίου, επέστρεψε μετά από λίγο κρατώντας δύο ζεστούς καφέδες και δύο τυρόπιτες. 

«Πάρε κάτι να φας», είπε ο Θωμάς προσφέροντας τον καφέ και την τυρόπιτα στον φίλο του.

Ο Κώστας τον ευχαρίστησε με ένα απαλό νεύμα, προσπάθησε να πει κάτι, αλλά δεν μπόρεσε τελικά να μιλήσει. Ήπιε μία γουλιά από τον καφέ του και με σκυφτό το κεφάλι άρχισε να τρώει αργά. Ο Θωμάς δεν σταματούσε στιγμή να τον κοιτάζει και να τον παρατηρεί. Μπορεί να μην το είχε παραδεχτεί ποτέ, αλλά εκείνος ο λεπτοκαμωμένος, ταλαιπωρημένος άνθρωπος που καθόταν φοβισμένα απέναντι του, ήταν ό καλύτερος του φίλος.

Τον είχε γνωρίσει πριν από περίπου δέκα χρόνια, όταν έγραφε ένα άρθρο για  ταλαντούχους πλανόδιους μουσικούς της Θεσσαλονίκης. Του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, εκτός από το ταλέντο του στη μουσική, η σεμνότητα και η ευγένεια του. Ο τρόπος που αγαπούσε τον κόσμο, σαν μικρό παιδί, λες και η καρδιά του δεν ενηλικιώθηκε ποτέ. 

Στην πραγματικότητα, ο Κώστας ήταν μία πλευρά του εαυτού του, που ποτέ όμως δεν είχε τολμήσει να εκφράσει. Έμοιαζε να συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον και ας ήταν τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους. Ο Θωμάς τον είχε σαν μικρό του αδερφό, τον φρόντιζε και τον προστάτευε όσο μπορούσε..

Αν κάποιος έπρεπε να περιγράψει τον Θωμά σαν άνθρωπο, το μόνο που είχε να κάνει, ήταν να φανταστεί τους εφτά νάνους (χωρίς τη Χιονάτη), μαζεμένους στο σώμα ενός άντρα. Ήταν ένας ευφυής γκρινιάρης, με αιρετική άποψη για τους πάντες και τα πάντα. Δεν παραδεχόταν ποτέ κανέναν και τίποτα, βρίσκοντας συνεχώς ελαττώματα και ελλείψεις σε ανθρώπους και καταστάσεις. Αν ο Σαρκασμός και η Ειρωνεία ζευγάρωναν, τότε το παιδί που θα έκαναν θα ήταν σίγουρα ο Θωμάς. 
 
Είχε μείνει ορφανός από πολύ μικρός και ήξερε να επιβιώνει. Τα εφόδια του, απέναντι στον σκληρό κόσμο, ήταν η αιχμηρή του ευφυΐα και η τελευταία συμβουλή της μάνας του…

"Η καρδιά σου δεν είναι μεγάλη, για να χωράει μέσα της όλος ο κόσμος. 
Είναι μεγάλη, για να τη δίνεις κομμάτι κομμάτι σε όλο τον κόσμο".

Είχε ήδη μπει για τα καλά στην τέταρτη δεκαετία της μοναχικής ζωής του. Ήταν κοντός με κοιλίτσα, είχε όμως μία αδιόρατη αρμονία στις κινήσεις του. Τα χαρακτηριστικά του, ήταν μάλλον αδιάφορα, εκτός από το σπινθηροβόλο του βλέμμα.

Συνέχισε να κοιτάζει επίμονα τον Κώστα, που έτρωγε με σκυφτό το κεφάλι. Τον λυπόταν πολύ και η αλήθεια ήταν, ότι είχε συναινέσει με βαριά καρδιά να τον βοηθήσει σε αυτό το τρελό εγχείρημα, γιατί ήξερε πολύ καλά ότι δεν υπήρχε καμία άλλη λύση για να σωθεί ο μικρός Γιωργάκης. Το παιδί χρειαζόταν άμεση μεταφορά για νοσηλεία και εγχείρηση στο Λονδίνο και κάθε μέρα που περνούσε, λιγόστευε ραγδαία τις πιθανότητες επιβίωσης του. 

Ο καρκίνος ήταν ιδιαίτερα επιθετικός και εξαπλωνόταν ταχύτατα. 

Ο Θωμάς αναστέναξε απογοητευμένα, συνέχισε όμως να επεξεργάζεται πυρετωδώς και με κάθε λεπτομέρεια, το σχέδιο που είχε στο μυαλό του. Γνώριζε εκ των προτέρων, ότι οι πιθανότητες επιτυχίας ήταν ελάχιστες, αλλά κράτησε τους φόβους του για τον εαυτό του.

Ο Κώστας σαν να αισθάνθηκε την αγωνία του Θωμά, σήκωσε το κεφάλι και τον ρώτησε.  
«Θα το κάνουμε;… Είσαι μέσα;».

Ο Θωμάς συνέχιζε να τον κοιτάζει έντονα, παραμένοντας σιωπηλός.

«Αν μετάνιωσες δεν πειάζει, ήταν τελό να σου το ζητήσω έτσι και αλλιώς… Εννοώ, γιατί να το ισκάεις... Άσε, ίσως μόνος μου να είναι καλύτεα… Δεν μου φταις σε τίποτα... Θα τα καταφέω... Ναι, δεν γίνεται αλλιώς… Θα…».

«Σκάσε», τον διέκοψε ήρεμα ο Θωμάς.

«Όχι, αλήθεια στο λέω, θα τα καταφέω…».

«Σκάσε ρε», είπε πιο δυνατά ο Θωμάς και συνέχισε να μιλάει σε πιο έντονο τόνο. 

«Να καταφέρεις τι πράγμα; Και μόνο που έφτασες μέχρι το αεροδρόμιο, για εσένα είναι κατόρθωμα. Ρε άχρηστε, σε φαντάζομαι να σηκώνεσαι από τη θέση σου με αυτήν τη διαστημική φάτσα και να φωνάζεις Αεροπειρατεία ή μάλλον, Αεοπειατεία… Ξέρεις τι θα γίνει; Θα πέσει κάτω το αεροπλάνο από τα γέλια, δεν θα μπορούν να το κάνουν καλά οι πιλότοι. Δεν υπάρχει ακόμα σενάριο στους προσομοιωτές πτήσεων, για το πως να σταθεροποιήσετε ένα αεροπλάνο που πηγαίνει πάνω κάτω από τα γέλια. Θα σκοτώσεις κόσμο ρε μαλάκα… Και άντε μετά να βρουν από τι έπεσε».

«Θωμά σοβαέψου… Για όνομα του Θεού… Εδώ…».

«Με τι θα τους απειλήσεις ρε;». 

«Τι;». 

«Τι τι, ρε ουραγκοτάγκε; Με τι θα τούς απειλήσεις; Με το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης που κουβαλάς μαζί σου και που καλά είναι ο πυροκροτητής για τη βόμβα που έχεις στη βαλίτσα σου; Και αν δεν ψαρώσουν τι θα γίνει; Θα πατήσεις το κουμπί και αντί για έκρηξη, θα αρχίσεις να κάνεις ζάπινγκ;».

Ο Κώστας χαμήλωσε το κεφάλι του βουρκωμένος.

«Είμαι ένα τίποτα. Ένας άχηστος. Δεν υπάχει όμως άλλη λύση… Το παιδί… Πέπει...». 

«Θα κάνεις ότι λέω. Θα το κάνεις όταν το λέω. Ακριβώς όπως το λέω. Χωρίς να ρωτάς και πάνω από όλα, χωρίς να σκέφτεσαι. Κατάλαβες; Ιδιαίτερα το τελευταίο δεν θα σε δυσκολέψει και πάρα πολύ». 

«Θωμά, δεν ξέω πως να σε ευχαιστήσω… Κανείς άλλος δεν θα με βοηθούσε, ούτε καν που θα το σκεφτόταν, αλλά εσύ…».

«Άστα αυτά, απλώς δεν θέλω να χάσω το θέαμα… Κοίτα φάτσα ο μπαγλαμάς, που θέλει και αεροπειρατεία».

Ο Κώστας έσκυψε λίγο και με μία αυθόρμητη κίνηση, έπιασε ικετευτικά το χέρι του Θωμά. «Θα τα καταφέουμε;… Θα το σώσουμε;».

Ο Θωμάς αναστέναξε και τράβηξε απαλά το χέρι του.

«Πάμε πάλι... Αν κάνεις ότι λέω, όταν το λέω και όπως το λέω, τότε και μόνο τότε θα έχουμε ελπίδες. Κατάλαβες;».

«Ναι», ψέλλισε ο Κώστας και σκούπισε ένα δάκρυ με την ανάποδη του χεριού του.

«Σύνελθε τώρα και άκου πως θα γίνει. Λοιπόν...».

«Είσαι ο Κύιος Καφές!», τον διέκοψε ξαφνικά ο Κώστας, εμφανώς αναθαρρημένος.

«Ποιος;», ρώτησε απορημένα ο Θωμάς.

«Ο Κύιος Καφές. Μας έβγαλα ψευδώνυμα, όπως σε εκείνη την ταινία του Τααντίνο, που όλοι οι ληστές είχαν αντί για όνομα ένα χώμα. Εσύ είσαι ο Κύιος Καφές και εγώ είμαι ο Κύιος Κόκκινος».

«Ο λόγος Κύριε Κόκκινε, που οι ληστές είχαν χρώματα αντί για ονόματα», είπε εκνευρισμένος ο Θωμάς, «ήταν γιατί δεν ήξερε ο ένας, το πραγματικό όνομα του άλλου και σε περίπτωση σύλληψης τους δεν θα μπορούσαν να καταδώσουν τους συνεργάτες τους, κατάλαβες; Κύριε Μαλάκα;…  Συν το ότι, στη συγκεκριμένη ταινία, όλοι οι χρωματιστοί σου ληστές σκοτώνονται. Οπότε κόψε τις μαλακίες με τα έγχρωμα ψευδώνυμα και άκου τώρα πως θα κάνουμε τη δουλειά».

«Θωμά...».

«Τι θέλεις πάλι;».

«Φοβάμαι τα αεοπλάνα».

Ο Θωμάς, προσπάθησε με αρκετή δυσκολία να συγκρατήσει τα νεύρα του και όσο πιο ήρεμα μπορούσε, είπε.

«Ο μοναδικός λόγος που συμφώνησα να το κάνω, είναι γιατί είσαι ένας καλός άνθρωπος που έχει βρεθεί σε αδιέξοδο. Γνωρίζω επίσης, ότι είσαι παντελώς άχρηστος. Τόσο άχρηστος που δεν θα μπορούσες να ληστέψεις ούτε το ίδιο σου το σπίτι. Η παρουσία σου και μόνο, ρίχνει τις πιθανότητες επιτυχίας δραματικά. Αλλά… Για μία φορά στη ζωή σου, προσπάθησε να τιθασεύσεις το εκ γενετής μοναδικό σου ταλέντο».

«Ποιό ταλέντο;», ρώτησε ο Κώστας, που καθόταν μαζεμένος σαν μαλωμένο παιδάκι.

«Να τα κάνεις ΣΚΑΤΑ», φώναξε ο Θωμάς.

Ο Κώστας έβγαλε τα μεγάλα γυαλιά της μυωπίας και έτριψε τα μάτια του, σε μία προσπάθεια να τα ξεκουράσει, αλλά και για να διώξει ένα μέρος της έντασης, που είχε σαν ομίχλη πέσει στο πρόσωπο του. Στο τέλος, μίλησε σχεδόν ψιθυριστά φανερά απογοητευμένος.

«Μα και όλοι οι άλλοι που έχουν κάνει αεοπειατείες, άνθωποι απλοί ήταν σαν και εμάς. Άνθωποι με σάκα και αίμα, γεννημένοι από μάνες. Τι νομίζεις ότι ήταν; Υπεάνθωποι; Ή μήπως είχαν παακολουθήσει τίποτα σεμινάια;  Δεν τους έχει δει;». 

«Αυτό ακριβώς ρε με ανησυχεί, ότι τους έχω δει όλους αυτούς».

«Που;».

«Στις ειδήσεις και στις εφημερίδες. Εκεί που θα δω και τις δικές μας φάτσες αν τα πράγματα πάνε κατά διαόλου, πράγμα σίγουρο αν συνεχίσεις να μου χαλάς τον ειρμό».

«Συγνώμη», είπε απολογητικά ο Κώστας.

«Τέλος πάντων… Δεν μου λες, η Ελενίτσα το ξέρει;».

«Τι να ξέει;»

«Ότι ο αδερφός της πήρε το τηλεκοντρόλ και πάει να κάνει αεροπειρατεία».

«Πας καλά; Ίσα που κατιέται στα πόδια της με το θέμα του παιδιού. Θα πέθαινε από το άγχος αν το ήξεε».

«Κρίμα», είπε απογοητευμένος ο Θωμάς.

«Τι κίμα ε Θωμά; Τι λες;».

«Τίποτα, σκεφτόμουν ότι θα χρειαζόταν ένα καλό γέλιο η κακομοίρα, έτσι για να πάρει λίγο τα πάνω της. Τέλος πάντων, τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, άκουσε τώρα προσεκτικά πώς θα το κάνουμε...».

Συνεχίζεται…
 
Του Έκτορα Δέλτα

 

Μάθετε περισσότερα στην σελίδα της Youropia
και ακολουθήστε τον Έκτορα Δέλτα.






Αφήστε το σχόλιό σας

Το σχόλιό σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!
Μόλις ελεγχθεί από το διαχειριστή θα δημοσιευτεί.







Σχόλια


antoneta στις 02/02/2013 16:06:12
ανυπομονω για την συνεχεια
Κώστας στις 30/01/2013 08:55:06
Είχα χρόνια να γελάσω με κείμενο, να είσαι καλά !!!!!!!!!!!!! Περιμένουμε τη συνέχεια με αγωνία !!!!!!!!!!!!!
ΘΕΟΔΩΡΑ στις 29/01/2013 23:17:04
ΣΕ ΠΟΛΥ ΑΓΩΝΙΑ ΜΑΣ ΑΦΗΣΑΤΕ .......................... ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ!!!
sofiakiriakidoy@gmail.com στις 29/01/2013 20:27:34
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ....ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ!!!!!!Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΜΕΓΑΛΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ!!!!!ΜΕ ΥΠΟΜΟΝΗ ...ΠΕΡΙΜΕΝΩ!!!!!!