Youropia Flag

O Θεός δεν παίζει ζάρια


Όταν ήμουν μικρή συνήθιζα να λέω τα «κακά» όνειρα που έβλεπα το βράδυ σε κάποιον για να μην πραγματοποιηθούν.


Η γιαγιά της μαμάς μου, εκείνη η σκελετωμένη γυναίκα με τον σφιχτό κότσο από λευκά ταλαιπωρημένα μαλλιά, όμοια με αερικό βγαλμένο από παραμύθι, μου είχε πει κάποτε «να φυλάς τα όνειρά σου από τα ξένα μάτια», ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Έτσι, εγώ έλεγα πάντα τα κακά.

Χρόνια μετά, στριμωγμένα ευάλωτα γράμματα σε έναν πίνακα σχημάτιζαν μια πρόταση: Η Τύχη ήταν αδερφή των Τριών Μοιρών και όταν εκείνες έπλεκαν το νήμα της ζωής από κρυστάλλινα όνειρα και ευχές σε κάποιο νεογνό, εκείνη ίσως να το επισκέπτονταν. Ίσως.

Χρόνια μετά σε ένα στενάχωρο διαμέρισμα αγόρια-κορίτσια παίζουν χαρτιά. Πρωτοχρονιάτικη εικόνα, σπίτι κουρασμένο από επίμονα λαμπιόνια, φθηνή βότκα, τσιγάρα στριφτά σιγοκαίνε στο οπάκ τασάκι επάνω στην σκουρόχρωμη, τραχιά τσόχα. Παντού μυρωδιά καπνού ανάκατη με αυτή της homemade βασιλόπιτας. Εκείνο το βράδυ δεν κέρδισα το φλουρί. Για την ακρίβεια, δεν θυμάμαι ποτέ να έχω κερδίσει φλουρί στη ζωή μου. Ξεπερασμένη εικόνα το ξέρω, τώρα, θα μου πεις, ήρθε η άνοιξη ποιον ενδιαφέρει το κρύο του χειμώνα; Οι άνθρωποι ξεχνάνε γρήγορα, σου απαντώ. 

-Θα παίξουμε No-Limit παιχνίδι, είπε ο Λ. Είναι πιο ενδιαφέρον. Ποντάρετε.
-30€ είπε η Ρ. και τοποθέτησε κυκλικά τις μάρκες μπροστά της. 

Εγώ δεν ξέρω χαρτιά. Πάντα, κάθε Πρωτοχρονιά, συνηθίζω να κάθομαι πλάι σε αυτούς που παίζουν και να καπνίζω. Δεν μ’ αρέσουν τα χαρτιά. Ξέρεις, άραγε, γιατί δεν μ’ αρέσουν; Γιατί τα σιχαίνομαι;

-«Τα βλέπω» λέει ο Π.

Γιατί, μωρό μου, δεν πιστεύω στην τύχη.

-Πάσο.

-Πώς έγινε αυτό μ’ εμάς, με ρώτησε κάποια μέρα ο Ι.
-Δεν ξέρω, εγώ αδιαφορούσα για σένα στην αρχή.
-Ναι καλά..
-Αλήθεια ρε.
-Αν δεν είχες έρθει εκείνη την μέρα δε θα τα είχαμε ζήσει όλα αυτά, είσαι τυχερή, μάλλον.

Δεν είμαι τυχερή, του απάντησα ήρεμα. Εμένα η τύχη μου φέρθηκε σαν εγωίστρια γκόμενα και δεν ήρθε ποτέ όταν την χρειαζόμουν. Και, ξέρεις, αυτό με τα όνειρα και τις ευχές μην τα πιστεύεις. Είναι παραμύθι για μικρά παιδιά. Εμένα τα καλά όνειρά μου, εκείνα που δεν έλεγα, δεν έχουν βγει ποτέ αληθινά. Α! Και δεν έχω κερδίσει ποτέ το φλουρί στη ζωή μου. Το ότι είμαστε εδώ τώρα, μην γελιέσαι, δεν είναι τυχαίο. 

-50€ από μένα αποκρίνεται η Ρ.
-ROYAL FLUSH φωνάζει ο Λ. και πετάει πέντε μαύρα φύλλα επάνω στο κυκλικό τραπέζι.

Μην προσπαθείς να μου μάθεις τάβλι, δεν μ’ αρέσει να παίζω τόσο γρήγορα όσο εσύ, άλλωστε τα ζάρια τα θεωρώ χυδαίους απατεώνες, φαιδρούς εραστές που τάχα αγαπάνε κάποια για ένα βράδυ. Εμένα μ’ αρέσει να μετράω τις γραμμές μία-μία, να ταξιδεύω μ’ ένα άψυχο πούλι σε όλο το ταμπλό και δεν θεωρώ ότι αγαπάς για ένα μόνο βράδυ. Όχι, όχι δεν είναι ότι δεν ξέρω να παίζω, σου λέω, είναι ότι παίζω με έναν δικό μου τρόπο, οι τρόποι μας δεν ταιριάζουν μα, παρόλα αυτά, εμείς είμαστε τώρα μαζί. Σου είπα, δεν είναι τυχαίο, η τύχη δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Μόνο η μοίρα. 

-Πώς γίνεται να με νικάς πάντα; Παραπονιέται η Ρ. στον Λ.

Κάπου σε ένα πάρκο, στο δεύτερο παγκάκι δίπλα στην πέτρινη βρυσούλα, τρεις άντρες παίζουν χαρτιά. Άνοιξη, μυρίζει παντού βρεγμένο χώμα και γύρη. Μαζεύονται, σχεδόν, κάθε απόγευμα στο ίδιο σημείο. Θα είναι το μέρος τους, σκέφτομαι συχνά και θυμάμαι εκείνο το πρωτοχρονιάτικο βράδυ. Πρόσωπα ρυτιδιασμένα, δάχτυλα ωχρά από το χρόνιο κάπνισμα, θαμπά ρούχα. Ο ένας, αυτός με τα κάτασπρα μαλλιά, φοράει σχεδόν πάντα το ίδιο καπέλο, μία φθαρμένη και κακοποιημένη από τις ακτίνες του ήλιο τραγιάσκα.

Η πρώτη φορά που τους κοίταξα θα ήταν μέσα Μάρτη. Από την πρώτη στιγμή που συνάντησε το βλέμμα μου τους τρεις τους με ένα χάρτινο κιβώτιο μπροστά τους -αυτοσχέδιο τραπέζι- κάθε μέρα βρίσκονταν στο ίδιο σημείο με το ίδιο χάρτινο κιβώτιο μπροστά τους και την ίδια τράπουλα στην τσέπη. Ποντάρουν, γελάνε, πίνουν συζητούν. «Ο Θεός δεν παίζει ζάρια» έκλεψα μια μέρα από την συζήτησή τους και σε θυμήθηκα.


 

Eλένη Παπακώστα






Αφήστε το σχόλιό σας

Το σχόλιό σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!
Μόλις ελεγχθεί από το διαχειριστή θα δημοσιευτεί.







Σχόλια


Δεν υπάρχουν σχόλια...