Youropia Flag

Έρωτας ή τίποτα


Κάποιο καλοκαίρι, πριν δυο-τρία χρόνια περίπου, σε ένα σιδερένιο στρόγγυλο τραπεζάκι, με πλαστικό εμπριμέ τραπεζομάντιλο, κάτω από τον ίσκιο του πλατάνου της κεντρικής πλατείας...


...κοίταξα μια μαμά που προσπαθούσε μαζί με έναν δάσκαλο να μάθουν στο καστανό αγοράκι της την παθητική φωνή. Κοίταξα πάλι και πάλι και πάλι, ξέρεις, με την χαρακτηριστική κίνηση του κεφαλιού, προσπαθώντας να κλέψω «λίγο ακόμα» από την σκηνή χωρίς να γίνω αντιληπτή.

 

-«Πες μου ένα ρήμα παθητικής φωνής», είπε ο δάσκαλος με ήρεμη φωνή στο αγοράκι. «Όπως για παράδειγμα χτυπήθηκε».

-«Ερωτεύομαι», απάντησε εκείνο και κατέβασε τα μάτια στο πλακόστρωτο πάτωμα, όλο ντροπή. 

Έχουν και αυτά τα βάσανά τους, σκέφτηκα.

 

-«Βρε παιδί μ», ξεσηκώθηκε η μάνα τινάζοντας τα χέρια δεξιά-αριστερά. «Ειν ρήμα το ερωτεύομαι, βρε (με χαρακτηριστική πηλιωρίτικη προφορά);  Κάν τίποτα το ερωτεύομαι, βρε; Τίποτα δε καν! Πρέπει να βρεις ρήμα πα-θη-τι-κής φωνής, δηλαδή, ο άλλος κάτι να παθαίν! Όπως σκο-τώ-θη-κε!».

 

Όταν ήμουνα μικρή, χρόνια πριν από αυτό το καλοκαίρι, κάθε μέρα απαιτούσα να μου διαβάζουν ένα παραμύθι. Δεν ήξερα να διαβάζω. Μου διάβαζαν για ζαχαρωμένα σπίτια, για ένα κορίτσι και ένα αγόρι που ξεγελάνε μια κακιά μάγισσα, για ένα ξανθό πριγκιπόπουλο που ξυπνάει μια κοπέλα με ένα φιλί και για ένα άλλον που ψάχνει μέρες να βρει μία κοπέλα που καθάριζε τζάκια πλουσίων, για να της δώσει το γυάλινο γοβάκι της και να την ερωτευτεί τόσο ώστε να μείνει μαζί της. Για πάντα. 

 

-«Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα», μου έλεγαν στο τέλος.

-«Και δεν πειράζει που ήταν φτωχή;» Eίπα μια μέρα στην μητέρα μου. Εγώ, βέβαια, δεν το θυμάμαι.

-«Όχι, δεν πειράζει.»

-«Και μετά τι έγινε;»

-«Δεν ξέρω».

-«Έμειναν μαζί για πάντα; Μέχρι που πέθαναν;»

 

Όταν ήμουνα μικρή κάθε μέρα απαιτούσα να μου διαβάζουν ένα παραμύθι. Όταν μεγάλωσα και έμαθα να διαβάζω μου είπαν ότι τα παραμύθια δεν υπάρχουν, μου ζήτησαν συγνώμη που με κορόιδευαν με τις «ανόητες ιστορίες τους» και μου πρότειναν να πάψω να διαβάζω. Κάποια μέρα, γνώρισα έναν βάτραχο. Οι γονείς μου, όταν ακόμη μου διάβαζαν παραμύθια, μου είχαν πει να αποφεύγω τους βάτραχους γιατί μπορεί μια μέρα να μου προσφέρουν νοθευμένα μανιτάρια, όμοια με σοκολατένια αυγά, να μην καταλάβω την διαφορά και να πεθάνω. 

 

Εμένα δεν με ένοιαζε και πίστευα πως ο βάτραχος αυτός, ο δικός ΜΟΥ βάτραχος ήταν ο καλύτερος από όλους. Κάθε μέρα τον πρόσεχα σαν τα μάτια μου και οι δείκτες του ρολογιού πριν τον συναντήσω κολλούσαν. Αλήθεια κολλούσαν! Κάθε μέρα περίμενα να γίνει πρίγκιπας γιατί δεν μπορούσα να σταματήσω να πιστεύω στα παραμύθια. Καθώς προχωρούσα προς τον βάλτο, κάθε πρωί, ένιωθα στην αρχή ένα τσίμπημα στο στήθος, το τσίμπημα γινόταν, χωρίς να το καταλάβω λαχάνιασμα, και κατέληγε στο να ακούω την καρδιά μου. Ήμουν σίγουρη ότι την άκουγα! Στην αρχή είχα τρομάξει, είχα τρομάξει τόσο πολύ επειδή δεν την είχα ακούσει ποτέ, μέχρι τότε πίστευα ότι δεν υπήρχε, ότι ήταν κάτι σαν.. τα παραμύθια. Όμως, έκανα λάθος...

 

Σιγά-σιγά στρατιές από μυρμήγκια κατέβαιναν από τον ώμο μου και περπατούσαν με γοργό βήμα ως τα δάχτυλά μου. Μα, δεν υπάρχουν πουθενά μυρμήγκια, αναρωτιόμουν με αφέλεια, εγώ γιατί τα αισθάνομαι, όμως; Στον λαιμό μου είχαν δέσει έναν πολύ σφιχτό φιόγκο και πνιγόμουν κάθε φορά που σκεφτόμουν ότι ο μικρός μου βάτραχος θα φύγει. Θα φύγει γιατί φοβάται, γιατί θα βρει έναν καλύτερο βάλτο, θα φύγει γιατί κανονικά τα βατράχια δεν πρέπει να τα προσέχει κάποιος. Ποιός ξέρει; Το σκεφτόμουν κάθε μέρα όλο και περισσότερο ενώ ο φιόγκος με έσφιγγε κι άλλο.. κι άλλο.. κι άλλο. Μια πυρκαγιά τυραννούσε μάταια τα σωθικά μου. Φύγε σου λέω, δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα με το να με τυραννάς, ήθελα να ουρλιάξω. Μα αδιαφορούσα γιατί ο βάτραχος κάποια μέρα έγινε πρίγκιπας. Όπως στα παραμύθια.

 

Ήμουν τόσο ευτυχισμένη, έφυγα από τον βάλτο τρέχοντας και βγήκα στην κεντρική οδό, με φούρια περνούσα ένα ένα τα αυτοκίνητα, το στήθος μου τρανταζόταν από την καρδιά μου που χοροπηδούσε τραγουδώντας και μέλισσες γυρνούσαν γύρω από το κεφάλι μου. Δεν άκουγα τα αυτοκίνητα, δεν άκουγα φωνές παρά μόνο έτρεχα… Ήθελα να το πω σε όλους, να τους αποδείξω πως τα παραμύθια υπάρχουν και πως ο δικός μου βάτραχος, ο βάτραχός μου, έγινε επιτέλους πρίγκιπας!

 

Του ζωγράφισα τον κόσμο σ’ ένα άσπρο χαρτί για να μην χαθεί ποτέ, του χάρισα λέξεις και τον προκάλεσα να τις βάλει πλάι-πλάι σε ένα τετράδιο. Του έδειξα τα σύννεφα και του είπα ότι αν ποτέ δει μπόρα να μην φοβηθεί αλλά να περιμένει το ουράνιο τόξο. Γιατί, πάντα βγαίνει το ουράνιο τόξο μετά από μία μπόρα στα παραμύθια. Του έδειξα τον χορό των λουλουδιών και τα πορτοκαλιά χρώματα του ηλιοβασιλέματος. Κοιμηθήκαμε μαζί και τρύπωσα στο όνειρό του ενώ, το επόμενο πρωί, καθόμουν και τον κοιτούσα δίπλα του ακίνητη και με κοφτή ανάσα από φόβο μην τον ξυπνήσω. Ένα άλλο βράδυ, μάλιστα, τον κράτησα ξύπνιο λέγοντάς του ό,τι ιστορία μου ερχόταν στο κεφάλι για να του δείξω την ανατολή.

 

Μια μέρα, σαν γύρισα στον βάλτο ο πρίγκιπάς μου είχε φύγει, είχαν μείνει μόνο βρωμόνερα και μια χούφτα απαίσια φυτά. Πότε φύτρωσε εδώ πέρα όλη αυτή η ασχήμια και δεν κατάλαβα τίποτα; Έκατσα σε μια πέτρα δίπλα, τόσο κοφτερή που απόρησα τι έκανα τόσο καιρό εδώ πέρα. Μάταιο. Και πού πήγε επιτέλους ο πρίγκιπάς μου; Δεν αντέχω όλη αυτή την ασχήμια μόνη μου. Πάντα μύριζε τόσο άσχημα εδώ πέρα; Όχι, δεν είναι δυνατόν! Και που πήγε ο χορός της γαρδένιας, των τριαντάφυλλων και των γιασεμιών; Που πήγε η χρυσόσκονη; Πού πήγε το παραμύθι μου; Εδώ μυρίζει απουσία, στο δικό ΜΟΥ παραμύθι δεν είναι έτσι, ούρλιαξα και έβαλα τα κλάματα. Σε αυτά τα θέματα, ξέρεις, δεν κάνει κουμάντο η ηλικία. 

 

Περίμενα λεπτά, ώρες, μέρες, βδομάδες, μήνες. Από τότε δεν ξανατραγούδησα στον πρίγκιπά μου, φαίνεται βαρέθηκε την φωνή μου, πίστεψα. Αυτό είχα, μάλλον, την ανάγκη να πιστέψω. Ακόμα και τώρα, δυο χρόνια μετά, περνάω δήθεν τυχαία από τον βάλτο και ρίχνω κλεφτιές ματιές. Και πάλι ακούω έστω για λίγο την καρδιά μου, νιώθω την στρατιά από μυρμήγκια και δένω ένα υπέροχο φιόγκο, υπερβολικά σφιχτά, γύρω από τον λαιμό. «Και μετά τι έγινε;», αναρωτιέμαι πάντα όπως κοριτσάκι πριν πέσει για ύπνο μετά από ένα παραμύθι.

 

-«Σωστό!», αναφώνησε ο δάσκαλος χτυπώντας ελαφρά το αγοράκι στην πλάτη. «Ο έρωτας, κυρά-Μυρσίνη μου», έγνεψε στην μητέρα, «καν κάτι» είπε. «Μάλλον, κάνει περισσότερα από κάθε άλλο ρήμα…».


 

Ελένη Παπακώστα






Αφήστε το σχόλιό σας

Το σχόλιό σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!
Μόλις ελεγχθεί από το διαχειριστή θα δημοσιευτεί.







Σχόλια


Το όνομά σας... στις 27/05/2011 20:47:48
Συμφωνώ με τον Χ. Άψογο!!! Ελπίζω να συνεχίσεις...
X. στις 27/05/2011 00:09:48
Πραγματικά το καλύτερο κείμενο που έχω διαβάσει εδώ μέσα... Πολύ ωραίο, χωρίς να χρησιμοποιείς βαρύγδουπες εκφράσεις μόνο και μόνο για να "δειχθείς" όπως άλλοι.... Δηλώνω μεγάλος σου Fan!!!
Το όνομά σας... στις 23/05/2011 18:51:55
το καλύτερο μακράν εδώ και καιρό. Συγχαρητήρια, τόσο όμορφο... τόσο γλυκό...