Youropia Flag

500 days of you


Είναι 12 η ώρα το βράδυ και περιμένει το λεωφορείο στη στάση που, πριν ένα χρόνο και κάτι ψιλά, δώσανε το πρώτο τους φιλί.


Σαν ένας άλλος Tom Hansen, πηγαίνει μπρος και πίσω στις όμορφες και στις άσχημες στιγμές τους, προσπαθώντας να καταλάβει τι πήγε στραβά. Το μυαλό της ταξιδεύει με ιλιγγιώδη ταχύτητα από το πρώτο τους φιλί, στους ατελείωτους καφέδες στην ηλιόλουστη παραλία, στα βράδια που ξαφνικά πήγαινε εφτά το πρωί και σε 3 ώρες έπρεπε να σηκωθεί για τη δουλειά, στον πρώτο τους καβγά (δεν το λεγες καβγαδάκι, καβγά κανονικότατο το λες) και στον δεύτερο, στον τρίτο, στον εκατοστό πέμπτο… Και μετά πάλι στην πρώτη φορά που κοιμήθηκαν μαζί και απορεί πως δεν έπαθε ασφυξία έτσι που σφίγγανε ο ένας τον άλλο, στις μέρες που έκαναν τη μία καφρίλα μετά την άλλη, λες και ήταν δεκαπεντάχρονα, στις αμέτρητες φορές που έδωσαν τέλος σε αυτό που είχαν (γιατί δεν είχαν σχέση, εκείνος σιχαίνεται τις ταμπέλες)…

Και εκεί είναι που καταλαβαίνει ότι από την πρώτη στιγμή που η γνωριμία τους πέρασε σε άλλο επίπεδο, από εκείνο το τόσο δα πρώτο δευτερόλεπτο, φαινόταν ότι μόνο στραβά μπορούσαν να παν τα πράγματα. Και δεν είναι ότι δεν το έβλεπε τότε, μια χαρά πεντακάθαρα το έβλεπε. Αλλά δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτή την ανυπομονησία που την έπιανε να τον δει, αυτή την αρρωστημένη χαρά όταν πήγαινε μαζί του «για τελευταία φορά», τότε δηλαδή που αποφάσιζε να δώσει εκείνη τέλος και να φανεί δυνατή, αλλά αυτός διαισθανόταν ότι τη χάνει και την διεκδικούσε ξανά και φτου κι απ’την αρχή..! Και πάλι ελπίδες ότι αυτή τη φορά ίσως λειτουργήσει, ότι αυτή τη φορά είναι διαφορετικά, της είπε τόσα χθες το βράδυ που ήταν… μεθυσμένος. Άλλωστε όταν είσαι μεθυσμένος λες αυτά που πραγματικά νιώθεις. Έτσι δε λένε;;

Και μετά πάλι τα ίδια, πάλι τρίτα άτομα στη μέση, πάλι συζητήσεις που δεν κατέληγαν πουθενά και εξελίσσονταν σε χρονοβόρους καβγάδες που την πονούσαν τόσο πολύ... Και μετά αυτός με άλλη, αυτή με άλλον, συστάσεις μόνο και μόνο για να κόψουν αντιδράσεις και να πουν με τα μάτια «κοίτα πόσο ωραία περνάω!». Γιατί εκτός από την αρρωστημένη χαρά που έπαιρνε όταν κατέληγε και πάλι κάποιο βράδυ μαζί του μετά από καιρό, έπαιρνε μια εξίσου αρρωστημένη ικανοποίηση και μόνο στην υποψία ότι δεν την πληγώνει μόνο αυτός, αλλά τον πληγώνει και αυτή τώρα που φεύγει με κάποιον άλλον, τώρα που δείχνει ότι δεν τη νοιάζει, τώρα που του λέει ότι δε θέλει να είναι πια μαζί, γιατί βαρέθηκε...

Βαρέθηκε τις μέρες που τον έπαιρνε τηλέφωνο και δεν το σήκωνε, αλλά δεν είχε και το δικαίωμα να του πει τίποτα, τα διαστήματα που εξαφανιζόταν για ολόκληρες βδομάδες, τα βράδια που προσπαθούσε να βγάλει μια άκρη αλλά έπεφτε μπροστά σε έναν τεράστιο τοίχο. Βαρέθηκε να της λέει ότι για αυτόν δεν υπάρχει καλύτερη από αυτή, δεν υπάρχει κοπέλα που να περνάει καλύτερα μαζί της, που να νιώθει ότι ταιριάζουν τόσο, και την άλλη μέρα να της λέει ότι δεν είναι ερωτευμένος μαζί της, ποτέ δεν ήταν, απλά περνάν καλά και μέχρι εκεί.

Ήθελε να του φωνάξει: «Βρε βλάκα, σε θέλω! Αφού περνάμε τόσο καλά μαζί, γιατί δυσκολεύεις τα πράγματα; Γιατί μου ρίχνεις συνέχεια πάγο; Και αν όντως όπως λες  δε σε νοιάζει για μένα, γιατί δε με αφήνεις ήσυχη και γιατί είσαι μέσα στα νεύρα όταν με βλέπεις με άλλον;»  Μάταιο... έχει ήδη κουραστεί. Το μόνο που φώναξε είναι ένα «Σε βαρέθηκα!». Αυτή τη φορά το εννοούσε.

Το λεωφορείο ήρθε. Σκέφτεται ότι όλα αυτά που ένιωσε δεν μπορεί παρά να είναι ένας δυνατός, ανυπόφορος, αθώος και ταυτόχρονα τόσο ορμητικός, καθαρός έρωτας. Α, και μονόπλευρος. Δεν πειράζει, το φθινόπωρο δεν αργεί…
 
 
 
Καραγιάννη Αναΐς
 
 
ΥΓ. Οποιαδήποτε ομοιότητα με καταστάσεις ή πρόσωπα είναι τυχαία. 
 






Αφήστε το σχόλιό σας

Το σχόλιό σας αποθηκεύτηκε με επιτυχία!
Μόλις ελεγχθεί από το διαχειριστή θα δημοσιευτεί.







Σχόλια


maria στις 21/05/2011 15:20:59
apla uperoxo.....